17.10.17
ΑΡΧΙΚΗ
 
ΡΟΥΠΕΡΤ ΤΣΩΝΕΡ ΜΠΡΟΥΚ
Ρούπερτ Τσώνερ Μπρουκ rupert-brookel.jpg

Ποιητής, ακαδημαϊκός, υπέρμαχος του κινήματος του Αισθητισμού και στρατιώτης, ο Ρούπερτ Μπρουκ ήταν ένα ενεργό κράμα των τάσεων που κυριαρχούσαν στην Ευρώπη την περίοδο πριν και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Γιος του Ουΐλλιαμ Πάρκερ Μπρουκ και της Ρούθ Μαίρη Κότεριλ, γεννήθηκε το 1887 στο Ράγκμπυ της Αγγλίας. Τα παιδικά του χρόνια ήταν ευχάριστα και ήρεμα. Μεγαλώνοντας απέκτησε θαυμαστές και από τα δύο φύλα. Ήταν ψηλός, όμορφος στο πρόσωπο, έξυπνος, μελετηρός, αθλητικός και αφοπλιστικός χαρακτήρας. Ο ποιητής Γητς τον είχε χαρακτηρίσει ως «ο ωραιότερος νεαρός άντρας της Αγγλίας». Εκτός από τις παραπάνω ποικίλες αρετές, ο Μπρουκ εκδήλωσε καλλιτεχνική δημιουργικότητα. Εμπνευσμένος από τον ποιητή Μπράουνινγκ, ξεκίνησε από παιδί να γράφει στίχους.

 

Όταν το 1906 τον δέχτηκαν στο King's College του Κέιμπριτζ, εντάχτηκε δυναμικά στην κοινωνική ζωή του καινούριου περιβάλλοντός του. Ο κύκλος του περιλάμβανε φιλίες με τον Ε.Μ. Φόρστερ, τον Μέηναρντ Κέηνς και την Βιρτζίνια Γούλφ. Επεκτάθηκε σε δραστηριότητες όπως η ηθοποιεία κι έγινε πρόεδρος στο παράρτημα του Fabian Society του κολεγίου του. Όντας τόσο πολυάσχολος, είναι πιθανό να παραμέλησε τις σπουδές του στον κλάδο των Κλασσικών.

Φεύγοντας από το Κέιμπριτζ, μετακόμισε στον Γκράντσεστερ, όπου ξεκίνησε μία μελέτη κι έγραψε ποιήματα τα οποία αποτέλεσαν μία συλλογή που ονόμασε απλά Ποιήματα 1911. Εντωμεταξύ, επισκέφτηκε τη Γερμανία, όπου έμαθε και τη γλώσσα.

Ο Μπρουκ ήταν λογοδοσμένος με τη Νόελ Ολίβιερ. Η σχέση αυτή δεν ευοδώθηκε, λόγω της αγάπης του Μπρουκ για την Κάθρην Κοξ, μία συνεργάτιδα της Fabian Society. Οι προσωπικές καθώς και οι κοινωνικές του σχέσεις άρχισαν να ταράσσονται, κάτι που τον έκανε να περάσει ένα είδος ψυχικής κατάπτωσης. Αυτό τον οδήγησε στο να ταξιδεύει συνεχώς σε Αγγλία, Γερμανία και - μετά από ιατρική συμβουλή - στις Κάννες. Τα πράγματα καλυτέρεψαν το 1912, όταν ο Μπρουκ γνώρισε τον Έντουαρντ Μαρς, έναν παλιό φοιτητή του King's College που εκείνη την εποχή ήταν πολίτης με λογοτεχνικές τάσεις και διασυνδέσεις.

Ο Μπρουκ εκείνη την εποχή κατάφερε να ολοκληρώσει τη μελέτη του, να γίνει δεκτός στο Κέιμπριτζ και να ενταχθεί σε έναν λογοτεχνικό κύκλο της ελίτ, γνωρίζοντας τον Χένρυ Τζέημς, τον Γ.Μ. Γητς, τον Μπέρναντ Σω, την Καθλήν Νέσμπιτ - με την οποία διατηρούσε μια ιδιαίτερη σχέση - και την Βάιολετ Άσκουϊθ, κόρη του τότε πρωθυπουργού. Η πολιτική του δραστηριότητα υπέρ των αδυνάτων τον έκανε αντικείμενο περισσότερου ρομαντικού θαυμασμού.

Το 1913, ταξίδεψε στην Αμερική, τη Νέα Ζηλανδία και σταμάτησε στην Ταϊτή. Εκεί έγραψε την πιο εποικοδομητική ποίηση της καριέρας του. Βρήκε επίσης και την αγάπη στο πρόσωπο μιας ντόπιας, ονόματι Τααταμάτα, με την οποία λέγεται ότι απέκτησε και μία κόρη. Εντούτοις, τα περιορισμένα του οικονομικά κονδύλια τον ανάγκασαν να επιστρέψει στην Αγγλία τον Ιούλιο του 1914.

Ο πόλεμος ξέσπασε μερικές εβδομάδες μετά την επιστροφή του από την Ταϊτή. Χάρη στις διασυνδέσεις του Μαρς, ο Μπρουκ εντάχθηκε στο ναυτικό και συμμετείχε στην υπεράσπιση του Άντουερπ τον Οκτώβριο του 1914. Μετά τη νίκη, ο Μπρουκ περίμενε ανασυγκρότηση, όμως τον πρόλαβε η πρώτη αρπαγή γρίπης από μια σειρά ασθενειών κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η καλλιτεχνική του δραστηριότητα, αντίθετα, άνθισε. Εκείνη την περίοδο, ο Μπρουκ έγραψε πέντε ποιήματα τα οποία εντάχθηκαν στον Κανόνα της ποίησης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

 

Στις 27 Φεβρουαρίου του 1915, ενταγμένος στο ναυτικό, έπλευσε για τα Δαρδανέλια, όμως προβλήματα με τις εχθρικές δυνάμεις ανάγκασαν την αποστολή να αλλάξει πορεία. Συνεπώς, μέχρι τον Μάρτιο του 1915, ο Μπρουκ βρισκόταν στην Αίγυπτο. Οι περιπέτειές του κι εκεί ήταν πολλαπλού ενδιαφέροντος. Επισκέφθηκε τις πυραμίδες, εκπαιδεύτηκε μαζί με τους υπόλοιπους στρατιώτες, έπαθε ηλίαση και δυσεντερία. Τα πολεμικά του σονέτα άρχισαν να καταξιώνονται στην Αγγλία. Του προσφέρθηκε η ευκαιρία να απαλλαχθεί από τις πρώτες γραμμές και να υπηρετήσει αλλού. Ο Μπρουκ αρνήθηκε.

Τον Απρίλιο έπλευσαν στο νησί της Σκύρου. Ήδη αδύναμος από τη σειρά των ασθενειών που υπέφερε, υπέστη τσίμπημα από έντομο το οποίο αποδείχτηκε μοιραίο. Ο Ρούπερτ Μπρουκ πέθανε στις Τρεις Μπούκες, το απόγευμα της 23ης Απριλίου του 1915 από δηλητηρίαση του αίματος. Οι φίλοι του τον έθαψαν στην Σκύρο εκείνο το απόγευμα, αν και η μητέρα του είχε σχέδια για μία μεγαλοπρεπέστερη ταφή πίσω στην πατρίδα. Μια συλλογή με τα τελευταία ποιήματα του Μπρουκ δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 1915. Οι πωλήσεις ήταν καλές.

Οι φίλοι του Μπρουκ έγραψαν για εκείνον δυνατές, ευνοϊκές κριτικές που τον καθιέρωσαν ως έναν όμορφο, δυναμικό πολεμιστή-ποιητή, μια εικόνα που έμεινε να χαρακτηρίζει την προ-πολεμική κουλτούρα. Ο Κόρνφορντ τον αποκαλεί «νεαρό Απόλλωνα με χρυσά μαλλιά». Ωστόσο, υπήρξαν και κριτικές λιγότερο ευνοϊκές, όπως αυτή την Βιρτζίνια Γουλφ, η οποία διακρίνει μια πουριτανική τάση πίσω από τα ποιήματα του Μπρουκ.

Η αλήθεια είναι ότι ο Μπρουκ δεν ήταν στην πραγματικότητα ένας ποιητής του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πολύ απλά γιατί δεν τον πρόλαβε σε όλη του το μεγαλείο. Η πολεμική του εμπειρία περιορίστηκε κυρίως σε ασκήσεις και γυμνάσια μαζί με τους άλλους στρατιώτες, μία εποχή που η νίκη φάνταζε πολύ κοντά και ο ιδεαλισμός ήταν ακόμα αδέσμευτος από τις κτηνωδίες του πολέμου αργότερα. Ο Μπρουκ εκφράζει έναν δυναμικό ρομαντισμό, που βλέπει τον θάνατο ως ηρωική πράξη πατριωτισμού. Το πολεμικό του ένστικτο δεν πρόλαβε να ωριμάσει όπως των κατ' εξοχήν ποιητών του Πολέμου, όπως Γουίλφρεντ Όουεν και Ζίγκφριντ Σασούν, οι οποίοι ήρθαν αντιμέτωποι με τον τρόμο του πολέμου, κάτι που ταρακούνησε τη συνείδηση των εθνών.

Όπως και να έχει, ο Ρούπερτ Μπρουκ καταξιώθηκε ως ένας πολλά υποσχόμενος νεαρός ποιητής που έφυγε πριν προλάβει να δείξει τις ποιητικές του ικανότητες - ίσως και κάποια αριστουργήματα όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Ο θάνατός του τον καθιέρωσε ως ένα από τα σύμβολα του αγνού ιδεαλιστή πατριώτη, την εικόνα που ο ίδιος περιγράφει στα ποιήματά του.

                                                                                                                                    Γεωργία Κ.

 
Επόμ. >