16.01.18
 
Πάνω απ’ τις στέγες
 

Ιωάννης Βογιατζής

Πάνω απ' τις στέγες

Σκύρος  2004

 

 

 

                    α.

΄Ηρθα με το γύρισμα της παλίρροιας

Να τινάξω τη σκόνη

Απ' τ' άσπρα φτερά των αγγέλων

Όταν τ' ανοίγουν για να περάσει

Ο καπνός της θυσίας, με την άλλη φωνή

Που βαραίνει τον ύπνο μου.

Δρόμος σκονισμένος η μνήμη

Γυρεύει πριν έρθει η βροχή

Τη στάχτη στις οπλές των αλόγων.

Οι άγγελοι έφεραν τη στάχτη

Για ν' αληθεύει η μνήμη

Τη γεύτηκα τη στάχτη

Κείνο το βράδυ της αποκαθήλωσης.

 

                    β.

Δε βλέπω το πρόσωπό σου

Σκοτεινιάζουν το βλέμμα κίτρινα φύλλα

Πέφτουν αργά πάνω στη γη

Που το αίμα δεν ρίζωσε

Κορμοί δέντρων με τυλίγουν

Πνίγεται η φωνή μου βαθιά στο χώμα

Δε βλέπω τον  ήλιο

Δεν υπάρχει ο ήλιος

Για όποιον στα σκοτεινά μίλησε

Κι η φωνή του πίσω γύρισε

Πιο σκληρή κι απ΄ την πιο άγρια μοναξιά.

                    γ.

Το νερό σταμάτησε την πανσέληνο

Μετέωρη σ' ένα ξερό κλαδί

Λίγο πιο ψηλά απ' τα μάτια

Καθώς ψιχαλίζουν οι ρυτίδες

Στις ώρες μου αθανασία.

                    δ.

Είναι βαρύ το χώμα όταν ταξιδεύεις

Να στεγνώσεις απ' τη βροχή

Με χείλη σφιγμένα στο κρύο

Και το αίμα

Παγωμένο στις φλέβες

Γυρεύει το μαχαίρι.

Βουλιάζει το σώμα

Όταν τα χέρια δεν αγγίζουν τον ουρανό.

                    ε.

Θυμήσου το γυμνό κορμί

Που ‘βγαλε η θάλασσα για να την προσκυνήσεις

Τα πεύκα στη σειρά

Να μεγαλώνουν μαζί με τη μοναξιά σου

Θυμήσου το τζάμι στο μεγάλο παράθυρο

Να στάζει βροχή που την έντυνες με το χνώτο σου

Θυμήσου τη ζωή που κέρδισες

Στην αγκαλιά της μάνας,

Τη ζωή που σπατάλησες

Κερδίζοντας στα σκοτεινά

Μονάχα την πίκρα του σώματος.

Μη θυσιάζεις τη μνήμη σου

Για ένα ποίημα.

                   στ.

Απλώνω το χέρι για να βγω στο φως

Δίχως ηλικία στα ερείπια της θεότητας

Ενώ μάντεις δαγκάνουν δάφνες

Και με το προπατορικό τους χέρι

Βαθιά στο χιόνι

Βρίσκουν νερό που ξεγλίστρησε

Κι έγινε ποίημα

Πάνω σ' επιτύμβια στήλη.

                    ζ.

Τι θέλαμε γύρω απ' το πηγάδι;

Λίγο νερό τα χείλη

Τα δάκτυλα τρέμαν στο φιλιατρό

Τις σταγόνες της βροχής συνάντησαν τα χέρια μου

Βαρύ τ' όνομά σου πάνω στον ώμο

Κρατούσε έναν καθρέφτη

Να με βλέπεις να γδύνομαι

Πριν δοθώ στον έρημο ουρανό.

                    η.

Σπάει η σκέψη

Στο χώμα αραιώνει μαζί με τις λέξεις

Την απόσταση μετρά ο θεός

Κι οι γενναίοι απλώνουν τα χέρια

Για μια γαλήνη χωρίς σκοπό

Για την ελευθερία χωρίς αθανασία.

Όταν παγώνει η ψυχή

Πέφτουν κάτω τα φτερά.

                    θ.

Οι θεοί σωπαίνουν μες στα ερείπια

Λίγο χορτάρι γυρεύουν οι σαύρες

Βιάζονται να κρυφτούν

Προτού τις καρφώσει ο ήλιος

Η γύμνια πάντα εδώ

Γυρεύει λίγο φως

Μια ζωή πληγωμένη μες στ' αγκάθια

΄Ιδια πουκάμισο φιδιού

Που το ‘βραν και το ντύθηκαν

Οι θεοί στο αέτωμα.

                    ι.

Είδα πάνω απ' τις στέγες

Δάση παλιά

Φορτωμένα με αναμνήσεις

Και θυμό στα σκοτεινά ν' ανοίγουν

Βρύσες να πλυθούν οι δρόμοι

΄Ενας αγέρας φεύγει κατά τη θάλασσα

Και μαζί ένα καράβι σέρνει το φεγγάρι

Κομματιασμένος πόνος στα κατάρτια

Κάψα στην καρδιά και στην παλάμη

Μια γραμμή που τελειώνει

Καθώς νυχτώνει και σβήνουν οι φωτιές.

                   ια.

Αυτή η σελίδα ας μείνει κενή

Για όποιον βρήκε

Φτωχή την ποίησή μου

Μαθημένος αλλιώς ν' αλητεύει

Στους επικίνδυνους δρόμους της Αλήθειας.

                   ιβ.

Οι δρόμοι είναι ακίνητοι, σιωπηλοί

Περιμένουν να βγει το φεγγάρι

Να φωτίσει τις πέτρες

Σφηνωμένες ανάμεσα στη Μικρή και τη Μεγάλη ΄Αρκτο

Μ' ένα βάρος που δεν τις μετακινεί ούτ΄ ο  θάνατος

Μονάχα λίγη ψιχάλα τις σπρώχνει

Μέχρι την αυλή του σπιτιού μου.

 
Επόμ. >