18.01.18
ΑΡΧΙΚΗ arrow ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ arrow ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΚΥΡΟΥ
 
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΚΥΡΟΥ

Γιάννη Γκίκα 
 
 Κάστρα και Ταξίδια
 
Εκδόσεις ΑΣΤΗΡ  
 
 
 
 "Ατενίζουμε το κάστρο κάτω απ’ το  Γιαλό με την εκτεταμένη αμμουδερή κολπώδη παραλία. Μια συναρπαστική θέαση. Ανάγνωση ενός διηγήματος παραδοσιακός τεχνοτροπίας μ’ αρχή, μέσο και τέλος, που δεν είναι προϊόν αυθαιρεσίας και που διάφανα ιστορεί το θάνατο και την ομορφιά, τα φαντάσματα και την πορεία της ζωής. Τα λευκά σπίτια του  Χωριού, κόντρα στο γκρίζο, κατρακυλάνε σ’ απανωτά  γεωμετρικά επίπεδα στην πλαγιά σ’ ένα σφιχτοδεμένο άθροισμα. Φόρμες και αισθητικές αξίες που, παρόλες τις σύγχρονες  επεμβάσεις, δεν καθαιρούν τη συγκίνηση των αισθαντικών και των μελετητών του λαϊκού  οικιστικού ύφους. Αριστερά, απότομα απογκρέμια, μια τεράστια μαχαιριά που τέμνει  τον ορίζοντα. Και στον κωνικό βράχο, στο ιλιγγιώδες ψήλωμα, το κάστρο, που θέλει ν’ αναπηδήσει προς τον άνω κόσμο˙ το κάστρο, που σύντριψε τα δεσμά της αιχμαλωσίας, που αμφισβήτησε τις ελπίδες των επιδρομέων, που τροφοδότησε  τις απαντοχές των αποκλεισμένων˙ το κάστρο, με τα ανίατα σήμερα τραύματά του και τα ακρωτηριασμένα μέλη.
            Μια ροπή προς το μέτρο το όλο σκηνικό κι οι εικόνες που γεννιούνται απ’ το φώς τεμαχίζουν το μακρόσυρτο ιστορικό μονόλογο: αρχαιότητα, Βυζάντιο, Φραγκοβενετοκρατία, τουρκοκρατία. Πόσοι ζωγράφοι  δεν προσπάθησαν να φυλακίσουν στον καμβά το μαγικό ρεαλισμό και την ψυχή αυτού του τοπίου.
 STGORGE.jpg  Κάτω απ’ την κορφή, μες στο κάστρο, εκεί που τελειώνει το σκαρφάλωμα των σπιτιών, βλέπουμε να ξεχωρίζει και να δίνει έμφαση στην παρουσία του, το μοναστήρι του άη Γιώργη. Ένα ρήγμα  στη μνήμη. Το Βυζάντιο κι η επίδραση  που άσκησε αυτό μέσω της μονής στο εθιμικό σκυριανό βίο. Ο άη Γιώργης, ο πολιούχος που αντικατέστησε την Παλλάδα, ο τιμονιέρης θρύλων και παραδόσεων, θα ‘τανε σίγουρα πιο δίκαιος κι ανοιχτοχέρης απέναντι στους Σκυριανούς, που εξακολουθούν να τον λατρεύουν……………
   
 Άγιε μου Γιώργη Σκυριανέ – μεγαλομάρτυρα τρανέ
και του νησιού καμάρι – ασημένιε καβαλάρη
Ψηλά ν’ τα σκαλοπάτια σου – στα βράχια τα παλάτια σου
και κάθεσαι στα Κάστρα – σα να γειτονεύεις τ’ άστρα....
 
Ένα   ολόκληρο στιχούργημα είχε γράψει ο παλαιός λόγιος και δάσκαλος Γεώργιος Παπαεμμανουήλ, με βαση το μέλος και το μέτρο του κατ’ εξοχήν τοπικού χορού, του σκυριανού Καλέ, που φωνογραφήθηκε , τραγουδήθηκε και τραγουδιέται. Είναι ο «εθνικός ύμνος» των Σκυριανών, όπως κι ο Μυλωιάτικος για τους Καρυστινούς.
 
…… Η μέρα ήταν πολύ φωτεινή, μα η επερχόμενη νύχτα γινόταν σκοτεινότερη. Ξεσκεπάσαμε  τον απατηλό όσο και πραγματικό μανδύα και φανταστήκαμε  τις σκιές του Αχιλλέα  και του Θησέα να φτερουγάνε πάνω στο κάστρο, εκεί, στην ίδια θέση  που ήταν θεμελιωμένη κι η αρχαία ακρόπολη της Σκύρου. Στην ακρόπολη μέσα ήταν και τ’ ανάκτορο του Λυκομήδη, του βασιλιά. Κι η μυθολογία μας λέει πως η Θέτιδα πήρε το μικρό της γιό τον Αχιλλέα, και πάνω σ’ άρμα που το σέρνανε δελφίνια, τον έφερε στη Σκύρο. Τον έντυσε με κοριτσίστικα ρούχα και, έτσι μεταμφιεσμένο, τον εμπιστεύτηκε στο Λυκομήδη. Ο χρησμός που της είχε πεί ένας μάντης, πως ο γιός της θα σκοτωνόταν αν πήγαινε στον τρωϊκό  πόλεμο, οδήγησε τη Θέτιδα στην απόφαση αυτή. Ο Λυκομήδης,  μη γνωρίζοντας τίποτα απ’ όλα αυτά, αγάπησε κι ανάθρεψε τον Αχιλλέα σαν κόρη του. Και μεγάλωσε ο ομηρικός ήρωας παίζοντας και συναναστρεφόμενος με τις κόρες του βασιλιά……………
 
Μάρε γιέ, μάρε κριτή – μάρε καστροπηδηχτή
πόσα κάστρα πήδησες – πόσες κοπέλες φίλησες;
 
 
 
            Το σκυριανό ταχτάρισμα ανταποκρίνεται προς τ’ αναμενόμενα επακόλουθα. Ο Αχιλλέας ερωτεύτηκε τη Δηϊδάμεια, μια απ’ τις θυγατέρες του Λυκομήδη κι απ’ το δεσμό γεννήθηκε ο Νεοπτόλεμος, ο κατοπινός, ομηρικός κι αυτός, ήρωας, που πρώτος πάτησε το παλάτι του Πρίαμου.  axileas.jpgΚαι,  τότε, εμφανίζεται στο προσκήνιο ο πανούργος Οδυσσέας. Ο Αχιλλέας ήταν, με θεϊκή εντολή, απαραίτητος για την εκπόρθηση της Τροίας. Πληροφορήθηκε, λοιπόν, ο Οδυσσέας  το κρυσφήγετό του από το μάντη Κάλχα και, παριστάνοντας  τον έμπορο , πήγε στη Σκύρο, ανηφόρισε στο φρούριο, μπήκε στ’ ανάκτορο του Λυκομήδη  κι άπλωσε την πραμάτεια του: κοσμήματα, υφάσματα, αρώματα κι ανάμεσα σ’ αυτά κι ένα αστραφτερό σπαθί. Οι θυγατέρες του Λυκομήδη  περιεργαζόντουσαν τα εμπορεύματα κι ο Αχιλλέας, ντυμένος πάντα  γυναικεία αλλα έχοντας μέσα του τον Άρη, χούφτωσε αμέσως το σπαθί. Αποκαλύφτηκε. Τότε, ο Οδυσσέας τον έπεισε και τον πήρε μαζί του στην Τροία. Ένας όρμος στη Σκύρο λέγεται και σήμερα «Αχίλλι». Οι Σκυριανοί σας διαβεβαιώνουν πως απ’ εκεί μπάρκαρε  ο Αχιλλέας για την Τροία.
            Η παραμονή του μυθικού ήρωα στη Σκύρο, το ειδύλλιό του με την κόρη του Λυκομήδη κι η ανακάλυψή του απ’ τον Οδυσσέα, όλη αυτή η υπερβατική σύνθεση, έμπνευσε πολλούς καλλιτέχνες . Γράφτηκαν όπερες και οπερέτες,  καντάτες  και ποιήματα κι ο Χαίντελ σύνθεσε την όπερα «Δηϊδάμεια». Μια τοιχογραφία της Πομπηίας παριστάνει τη σκηνή της αποκάλυψης του Αχιλλέα απ’ τον Οδυσσέα.
            Αλλά στο φρούριο της Σκύρου συναντάμε και το Θησέα. Και πάλι ο μύθος μας ιστορεί πως ο ημίθεος, ίσως έχοντας πέσει και στη δυσμένεια των Αθηναίων, κατέφυγε στη Σκύρο, για να διεκδικήσει κιόλας κάποια πατρογονικά του χτήματα – μια εκδοχή. Ο Λυκομήδης τον πήρε και τον πήγε σ’ ένα μεγάλο βράχο, κοντά στα τείχη της ακρόπολης, με την πρόφαση να του δείξει την περιουσία του. Ξαφνικά,  όμως, τον έσπρωξε κάτω, γκρεμοτσακίστηκε ο Θησέας  και σκοτώθηκε κάπου εκεί όπου – λέει η παράδοση – είναι σήμερα η λεγόμενη «σπηλιά του Αντρειώτη».thiseas.jpg Άλλοι λένε  πως ο Θησέας έπεσε μόνος του απ’ το Φρούριο, αφηρημένος καθώς ακροπερπάταγε  στα γκρεμνά. Ύστερα από μερικούς αιώνες, ο Κίμων πήγε στη Σκύρο να βρεί τα λείψανά του. Έψαξε μάταια. Ώσπου μια μέρα είδε έναν αετό να σκαλίζει με το ράμφος του το χώμα σε κάποιο λόφο. Οιωνός των Θεών! Σκάψανε σ’ εκείνο το σημείο και βρήκανε τα οστά, που τα μετέφερε στην Αθήνα ο Κίμων και τα θάψανε με λαμπρές τελετές.
            Αυτά,  με κάθε συντομία, είναι τα δυο μυθικά περιστατικά που συνδέονται  με το αρχαίο φρούριο της Σκύρου. Η ιστορία κι ο θρύλος σ’ ένα αδιαίρετο αίνιγμα μυθιστορηματικής πλοκής, απ’ αυτά που η ελληνική μυθολογία με το ανθρώπινο  μεγαλείο της τόσο μας έχει πλουτίσει. Και τα όσα παραπάνω ελάχιστα είπαμε, συνθέτουν με πάθος και ενεργητικότητα και τις πιο «ένδοξες»  στιγμές του φρουρίου. Το μεσαιωνικό κάστρο, που πήρε τη θέση του αρχαίου, πάνω στον ίδιο βράχο, έχει να μας ανιστορήσει άλλα ανθρώπινα  παθήματα  και τα ερείπιά του είναι μισοσαπισμένα σάβανα, σ’ ένα άλλοτε λαμπρό περιβάλλον, είναι γκρίζοι θαμποί τόνοι που γεννάνε τη μελαγχολία και τη θλίψη……………
 
Ρείπιο σε ρείπιο τριγυρνώ-με βήμα πένθιμο, συλλογισμένο.
Πόσο δακρύζω, πόσο το θρηνώ – το δόλιο Κάστρο μας το ρημαγμένο………
 
            Ένα τετράστιχο από ποίημα του παλαιού Σκυριανού λόγιου Δέξιππου  Αντωνιάδη, γραμμένο το 1910. Είναι μια απλή εντόπια μακρινή φωνή, που δεν έχασε την επικαιρότητά της.
 
 
            …… Μια φιλική παρέα από μέλη της Εταιρείας Ευβοϊκών Σπουδών συγκροτούσε τη μικρή εκδρομική μας ομάδα. Ένα νέο ταξίδι στη σκύρο είναι και μια πρόκληση στη φανταστική προσδοκία ότι υπάρχει πιθανότητα  ν’ ακούσεις κι ένα άλλο τραγούδι απ’ τις Σειρήνες. Γιατί και παλιότερα είχα πάει στη Σκύρο, τότε που συγκέντρωνα υλικό και μαρτυρίες  για τη μουσικολαογραφική μου έρευνα. Και τότε ήταν που αυγάτισε και το ενδιαφέρον μου για το νησί, γιατί γνώρισα και το κάλλος μιας παράδοσης με ανθεκτικότητα μέσα σ’ ένα περιβάλλον ενοχλητικής τουριστικής εξωστρέφειας, ιδίως τους θερινούς μήνες.
            Ξεναγός μας ήταν ο Ξενοφών Αντωνιάδης, ο πρώην πρόεδρος της Εταιρείας Ευβοϊκών Σπουδών, ο ιστοριογράφος, που συνεχίζοντας μια παλιά τοπική πνευματική παράδοση, αποκάλυψε και αποκαλύπτει όλο και νέες πτυχές απ’ την ιστορία της Σκύρου. Δεν κάναμε «μάθημα ιστορίας», κουβεντιάζαμε, απλές αλλα σαφείς  πληροφορίες μας έδινε ο Φώντας, που ήταν απαντήσεις στις διάφορες απορίες μας, καθώς σεργιανίζαμε στα καλντιρίμια του Χωριού και πάνω στο κάστρο. Από κείνη την εκδρομή είχα κρατήσει μερικές σημειώσεις, κι αυτές, εμπλουτισμένες  με διάφορα στοιχεία, συνθέτουν και το σύντομο οδοιπορικό μου στο κάστρο.
 
            ……… Το ανέβασμα  στο κάστρο είναι αρκετά κουραστικό μόνο για τους αμάθητους και τους ηλικιωμένους. Βαδίζεις  από δαιδαλώδη ανηφορικά στενά σοκάκια ανάμεσα στα σπίτια  και κάτω από καμάρες και συχνά σε γλιστερό απ’ τη φθορά του χρόνου καλντιρίμι. Δεν κυκλοφορεί αυτοκίνητο στο Χωριό, ευτυχώς, άλλωστε αυτό είναι αδύνατο. Μόνο μουλάρια και γαϊδούρια εκτελούν τις αναγκαίες μεταφορικές εργασίες. Το τροχοφόρο φτάνει μονάχα ως κάτω, πολύ χαμηλά, στην πλατεία. Στο διάβα σου, ιδίως στους καφενέδες της αγοράς, θα ιδείς και κάποιους έσχατούς βρακάδες  να αδολεσχούν  και να πίνουν μακάριοι τον καφέ τους ή το ουζάκι τους.
 
            Μπήκαμε στη λεγόμενη «μεγάλη στράτα», στην περιοχή την πιο κοντινή στο κάστρο, όπου ζούσε άλλοτε το αρχοντολόι. Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας είχε διαμορφωθεί στη Σκύρο μια ταξική διαφοροποίηση. Ένας ερειπωμένος  πύργος πίσω και πάνω απ’ την αγία Άννα, στον Πέργο. Ένα μεσοπύργιο  απ’ το αρχαίο τείχος. Δύο ακόμα πύργοι  καλά διατηρημένοι στ’ ανατολική του καστρόλοφου, που πάνω τους είναι χτισμένα τα ξωκλήσια του αγίου Νικολάου και της αγίας Παρασκευής. Ο Φώντας μας δείχνει το σπίτι που γεννήθηκε.
- Εδώ βλέπω μετά είκοσι χρόνια μια πλάκα εντοιχισμένη που να γράφει: Εδώ εγεννήθη ο ναύαρχος Ξενοφών Αντωνιάδης! Λέει ο Σωτήρης Παπαστρατής.
- Τόσα πολλά χρόνια μου δίνεις;
            Μια γυναίκα που  κεντούσε στο κατώφλι του σπιτιού της, πετάχτηκε μόλις μας είδε, βγήκε στο καλντιρίμι και υποδέχτηκε τη συντροφιά μας με αυτοσχέδια στιχάκια, που απάγγειλε εκείνη τη στιγμή. Σε στιγμές πάθους, πίκρας και μεγάλης χαράς οι Σκυριανοί εκφράζονται με στίχους, όπως περίπου κάνουν κι οι Κρητικοί με τις μαντινάδες τους……
 
 
Πολύ ευχαριστήθηκα – που βρίσκεσαι κοντά μας
γιατί τιμάς  τη Σκύρο μας –την οικογένειά μας.
Χαρά μεγάλη νιώθουμε – να είσαι στο πλευρό μας
γιατί σ’ έχουμε πάντοτε – προστάτη, βοηθό μας.
 
Φυσικά το  στιχοπλόκι απευθυνόταν προσωπικά στον Φώντα, αλλά όλοι νιώσαμε έκπληξη απ’ αυτήν την πρόσχαρη, ζεστή κι αυθόρμητη ανθρώπινη υποδοχή απ’ την Ελένη την κεντρήστρα.
Με το κοινωνικό βίο της μεγάλης στράτας συνδέεται κι η Αρχοντοπαναγιά, ο βυζαντινός ενοριακός ναός,  που συναντήσαμε στο διάβα μας. Ανηφορίζουμε  πάντα στο καλντιρίμι. Επισκεπτόμαστε το Δημοτικό Σκυριανό παραδοσιακό Σπίτι, δωρεά Μαρίας και Ανδρέα Γιαλούρη και φτάνουμε  στο τέρμα της μεγάλης στράτας. Ένας τεράστιος βράχος πάνωθέ μας, εξάρτημα του κάστρου. Είμαστε στην τοποθεσία Καμαντού. Καθόμαστε  σε μια πεζούλα να πάρουμε ανάσα πρίν μπούμε στο φρούριο. Μια πινακίδα  εγκλωβίζει το πνεύμα του χρόνου: «Λυκομήδειο κάστρο». Ξαποσταίνουμε  στέλνοντας τη ματιά μας κάτω, στο Γιαλό, με την άναρχη δόμηση της τελευταίας εικοσαετίας. Βλέπουμε, επίσης  από δώ πάνω το νησάκι άγιος Ερμόλαος και τα Βροχολακονήσια στο πέλαγος  το διαρκώς  μεταβαλλόμενο και μετασχηματιζόμενο, αιχμάλωτο των καιρικών συνθηκών. Κάτω, στα πόδια μας, σε πλάτωμα  λοφίσκου, διακρίνουμε το χάλκινο άγαλμα της «Αιώνιας Ποίησης», μια δημιουργία  του Τόμπρου του, με διεθνείς εράνους, στήθηκε εκεί το 1931 για να τιμηθεί ο Άγγλος ποιητής Ρούπερτ Μπρούκ,  που υπηρετώντας στη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου σ’ αγγλικό πολεμικό πλοίο, πέθανε και θάφτηκε  στη Σκύρο το 1915.beledetto_birdone.1528.jpk.jpg Ο Φώντας μας αφηγήθηκε  τούτο το χαριτωμένο περιστατικό: Πρίν μερικά χρόνια ο παπάς κι οι ενορίτες της Αρχοντοπαναγιάς αποφασίσανε να κάνουνε την Ανάσταση στον ανοιχτό χώρο της πλατείας όπου το άγαλμα. Πώς, όμως, θ’ ανασταίνανε πλάι στο άγαλμα του ολόγυμνου νέου, που με κλαστική τεχνοτροπία, έκφραζε την αιώνια ποίηση; Η λύση βρέθηκε αστραπιαία. Σκεπάσανε το άγαλμα, για να μη φαίνονται και τ’ απ’ αυτά του, μ’ ένα σεντόνι και μετά αναστήσανε! Τα πιο παλιά χρόνια , η παρουσία του γυμνού  αγάλματος ήταν ένα σκάνδαλο για τα αυστηρά ήθη της μικρής κοινωνίας του Χωριού. Κι όταν περνάγανε  γυναίκες μπροστά  απ’ το άγαλμα, κλείνανε τα μάτια τους με τις ανοιχτές παλάμες των χεριών τους. Αλλα αφήνανε  και μια χαραμάδα ανάμεσα στα δάχτυλα, για να βλέπουνε κρυφά και «τ’ απ’ αυτά» του γυμνού νέου. Το σκώμμα των μερακλήδων και γλεντοκόπων Σκυριανών.
Κοντά στο άγαλμα είναι κι ο «Παλιόπυργος», ο καλύτερα διατηρημένος ημικυκλικός πύργος, του αρχαίου περιφερειακού τείχους της ακρόπολης. Έτσι τον τραγούδησε ο υπο το ψευδώνυμο «Νεοπτόλεμος» παλαιός Σκυριανός λόγιος Βελισσάριος Αντωνάκης:
 
Αγνάντια σου το πέλαγος αφροστεφανωμένο
κι εμπρός σου ο κάμπος  πράσινος, λουλουδοπλουμιστός
πίσω σου  τ’ όμορφο χωριό στο λόφο πλαγιασμένο
κι απάνω σου ο πιο ξάστερος γαλάζιος ουρανός.
 
Ποιητικές φωνές του παρελθόντος, που με απλά λόγια αφομειώσανε  το περιβάλλον. Αυτοί οι, όπου ελληνικής γής, πολυπληθείς, άγνωστοι στις λογοτεχνικές ιστορίες, ποιητές  και στιχοπλόκοι, προσφέρανε πολλές υπηρεσίες στον τόπο τους, που τον υμνήσανε άδολα κι από καρδιάς, χωρίς καμιά φιλοδοξία υστεροφημίας.  Το μήνυμά τους έφτανε και στον τελείως αγράμματο, αντίθετα με πολλούς επώνυμους σύγχρονους ποιητές  με τις σκοτεινές λάμψεις τις δίγνωμης ματιάς, που αφυδατώνουνε το σύνολο και γίνονται απροσέγγιστοι απ’ το πολύ κοινό. Οι πρώτοι κάνανε  «λαϊκή» λογοτεχνία, μ’ ασυγκράτητο συχνά ενθουσιασμό, οι δεύτεροι θέλουν να κάνουν προωθημένη τέχνη, ν’ ανοίξουν δρόμους. Ορισμένοι, και μες στον ερμητισμό τους, τα καταφέρνουν και ξεχωρίζουν, οι πολλοί γίνονται πληκτικοί κι ακατάληπτοι, μιμούμενοι παραχωρημένα ξένα πρότυπα.
Ετοιμαζόμαστε να διαβούμε την άλλοτε περίφημη «σιδερόπορτα», που βρίσκεται στη βάση ενός βυζαντινού πύργου. Αυτή η πόρτα ήταν ανέκαθεν η μόνη δυνατή πρόσβαση προς το κάστρο, το περιβαλλόμενο απ’ όλες τις μπάντες από απρόσιτες  γκρεμίλες. Πάνω απ’ την πύλη είναι εντοιχισμένο ένα μαρμάρινο λιοντάρι, όχι βενετσιάνικο. Ήταν ο περιβόητος  «δράκος του κάστρου» που η λαϊκή φαντασία τον λογάριαζε προστάτη και φύλακα της σιδερόπορτας. Άγνωστο πότε εντοιχίστηκε κι άγνωστο αν συμβόλιζε μιαν αποτρεπτική των κινδύνων ιδιότητα.
Περνώντας την πύλη βρισκόμαστε αμέσως στο μικρό αυλόγυρο του σφηνωμένου στο βράχο μοναστηριού του άη Γιώργη. Μια συκιά, ένα κυπαρισσάκι, μια αγγελική, μια μουριά και περικοκλάδες σ’ εναγκαλισμό λυκοφιλίας με τις ροδοδόφνες. Μια στέρνα. Παλιότερα, τη μέρα της γιορτής του άγιου, βάζανε κρασί μέσα και το μοιράζανε για αγίασμα. Ο θεός Βάκχος παρών και στις χριστιανικές θρησκευτικές τελετές. Το μοναστήρι είναι μετόχι της Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους και διοικείται πάντα από Λαυριώτη  καλόγερο. Μια σύντομη ξενάγηση  απ’ τον καλόγερο στο καθολικό. Το μοναστήρι, κατά την παράδοση,  ιδρύθηκε το 960 μ.Χ., στα χρόνια του Νικηφόρου Φωκά και ανακαινίστηκε εκ  βάθρων  γύρω στα 1600. Έχει καλό  ξυλόγλυπτο  τέμπλο του 17ου ίσως αιώνα  και μια παλιά εικόνα του πολιούχου άγιου. Το μοναστήρι κατέχει μεγάλη περιουσία σε καλλιεργήσιμη γή και βοσκοτόπια, - παλαιά τάματα Σκυριανών και «προίκες» βυζαντινών αυτοκρατόρων -  που χρόνια τώρα είναι το μήλο της έριδας. Οι Σκυριανοί ζητάνε να περιέλθει η περιουσία στον έλεγχό τους ή να δημιουργηθεί  ένα ευαγές ίδρυμα, όπως της Παναγίας της Τήνου, που θα ‘τανε και το σωστότερο και θα το ευλογούσε κι ο ίδιος ο άη Γιώργης.
            Στο έξω μέρος της στοάς που οδηγεί στο κάστρο, ένα οικοδόμημα με το φτερωτό λιοντάρι είναι η μόνη μνεία της παρουσίας  της Βενετίας. Τα σωζόμενα τείχη είναι ένα συνονθύλευμα  ελάχιστα αποκαλυπτικό της ιστορίας των αιώνων που αργοκύλησαν στον ανεμοδαρμένο βράχο. Αναφέρεται πως το κάστρο οχυρώθηκε συστηματικά όταν η Σκύρος βρισκόταν κάτω απ’ την κυριαρχία των δουκών της Νάξου. Το 1538 βάζει τέρμα  στην παρουσία των Βενετσιάνων  ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσας. Τουρκοκρατία. Οι πειρατικές επιδρομές  συνεχίζονται  κι οι κάτοικοι  ζούνε κλεισμένοι στο κάστρο. Όλα αυτά είναι ιστορημένα σε βιβλία σκυριανού ενδιαφέροντος και περιεχομένων.
           
            Ανεβαίνουμε στο κάστρο μέσα από στοά,  βαδίζοντας ανηφορικό παμπάλαιο  καλντιρίμι με σκαλοπάτια. Μια πανευφρόσυνη έκπληξη το τοπίο της Σκύρου που αποθαυμάζουμε από ψηλά αλλα και μια απογοήτευση ο μεγάλος ερειπιώνας.  Τίποτα δε σώζεται  απ’ την αρχαία περιφανή ακρόπολη, τα όσα διαβάσαμε για τον Λυκομήδη, τον Αχιλλέα, τη Δηϊδάμεια και το Θησέα, ήταν ένα ονειρόδραμα.  Οι θρύλοι  των αρχαίων  ηρώων είναι στοιχειωμένοι στα γκρίζα βράχια και απλώς επιζούνε στις θαμπές αναμνήσεις των Σκυριανών, αναμνήσεις  που τις τροφοδότησε  η προφορική  παράδοση και η διάδοση απ’ τους λόγιους των σχετικών μυθολογικών αναγνωσμάτων.
            Σήμερα,  πάνω στο κάστρο,  βλέπουμε  το κουφάρι μιας βυζαντινής εκκλησίας,  που ήταν άλλοτε ο επισκοπικός ναός της Σκύρου, κι ένα κτίσμα που οι Σκυριανοί το λένε «σκοτεινή φυλακή» και που άλλοτε ήταν η παλιά δεξαμενή.  Ακόμα, δύο ξωκλήσια σύγχρονα κι ένα  καταστραμμένο ιταλικό πυροβολείο, ενθύμημα  της κατοχής. Και πέτρες, πέτρες, όπως σ’ όλα τα κάστρα, κι άφωνα ερείπια. Μην ξεχνάμε πως στο πλάτωμα της κορφής, στα χρόνια του μεσαίωνα  ήταν χτισμένα τα μικρά σπιτάκια του Χωριού, που διατηρήθηκαν και πολύ αργότερα, όταν το Χωριό είχε ξεχυθεί πια έξω απ’ το κάστρο, στην πλαγιά του βουνού. Και διατηρήθηκαν ως «παράσιτα», γιατί παίζανε  ρόλο αποθηκών.   Εκεί μέσα κρύβανε οι κάτοικοι το βιος τους και τα τιμαλφή τους, αλλα κι αυτήν τη ζήση τους, αφού οι κίνδυνοι απ’ τους ευκαιριακούς κουρσάρους  δεν είχανε ακόμα εκλείψει. Κι ήρθε η ώρα  να παραθέσουμε  κάποια ντοκουμέντα,  πολύ διαφωτιστικά.  Πρίν λίγα χρόνια είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Σκυριανά Νέα» ένα κείμενο απ’ τα κατάλοιπα του παλαιού Σκυριανού δάσκαλου Εμμ. Βαμβακερίδη. Αναδημοσιεύουμε τούτο το απόσπασμα:
            « Παλαιότερα όλες σχεδόν οι σκυριανές οικογένειες διατηρούσαν μικρά σπίτια στο βραχώδες φρούριο του νησιού. Τα μικρά αυτά  σπίτια τα ονόμαζαν «κάστρα» ή «προβακάδες». Ο προβακάς ήταν μικρό σπίτι στο προς την είσοδο του φρουρίου μέρος, ενώ τα «κάστρα» ήταν απάνω στο φρούριο, σ’ όλη σχεδόν την περιοχή του. Το φρούριο  κλεινόταν τη νύχτα με πόρτα χοντρή  και επενδυμένη  με φύλλο σιδήρου  και την έλεγαν «σιδερόπορτα»  και η οποία άνοιγε το πρωί. Τη φρούρηση των μικρών αυτών  σπιτιών του Κάστρου ανέθετε ο εκάστοτε Δήμαρχος σε φύλακα που ονομαζόταν «πορτάρης». Δυστυχώς τα μικρά και όμορφα αυτά σπιτάκια του Κάστρου,  τα οποία είχαν διατηρηθεί επί αιώνες, τα κατεδάφισαν χωρίς σοβαρό λόγο από μια σφαλερή κι ανόητη προτροπή. Έτσι απόμεινε  γυμνή  και ερειπωμένη  η ακρόπολη αυτή του νησιού…………………»
            Οι παλιοί περιηγητές, εξάλλου, που επισκέφτηκαν σε διάφορες περιόδους τη Σκύρο, διασώσανε με τα γραφτά τους πολλές πληροφορίες  για το νησί και το κάστρο. Ο Ξενοφών Αντωνιάδης συγκέντρωσε αυτά τα κείμενα και μεταφρασμένα τα παρουσίασε σ’ ένα σημαντικό τόμο: «Η Σκύρος στους περιηγητές και γεωγράφους, 1400-1900» (έκδοση της Εταιρείας Ευβοϊκών Σπουδών, Αθήνα 1977). Απ’ αυτό το βιβλίο θ’ αναδημοσιεύσουμε  δύο μικρά  αποσπάσματα. Το 1835 επισκέφτηκε τη Σκύρο ο Γερμανός μεταλλειολόγος Karl Fiedler. Γράφει: « Πάνω  στην ψηλή, απόκρημνη και πλατιά κορφή του βράχου, που στη μεσιανή πλαγιά του είναι χτισμένη η μοναδική πολιτεία του τόπου, βρισκόταν άλλοτε  το κάστρο του Λυκομύδη  και σήμερα η οχυρωμένη πολιτεία των Σκυριανών, καλά προστατευμένη , με μια πανίσχυρη πύλη και εξωτερικά τείχη. Στο ψηλότερο σημείο  βρίσκεται μια δεξαμενή βρόχινου νερού, απ’ την πλατιά στέγη της οποίας έχει κανείς μια θαυμάσια  πανοραμική θέα. Τα σπίτια, όπως συνήθως,  είναι πυκνοχτισμένα κι ανάμεσά τους περνούν στενοσόκακα. Είναι ακατοίκητα  και χρησιμεύουν για να φυλάνε τα υπάρχοντά τους οι κάτοικοι του νησιού, που ζούν τώρα κάτω στη βορινή πλαγιά του βράχου, μέσα σε πιο απλόχωρα σπίτια.  Εκεί επάνω, στα ευπορότερα σπίτια, βρίσκεις ολόκληρες κάμαρες γεμάτες χαλκώματα, τα πιο πολλά απ’ την Πόλη, μεγάλα καζάνια, σιδερογαβάθες και πελώρια  χαλκοδουλεμένα  ταφιά, για να κενώνουν  τα φαγιά κατά την τούρκικη συνήθεια. Βρίσκεις επίσης χρυσοϋφαντα  ρούχα  απ’ τον καιρό  των Βενετσιάνων  ακόμη, καθώς κι έπιπλα  φερμένα στο νησί ή από πειρατεία ή από ναυαγισμένα καράβια. Δεν είναι όμως  μονάχα οι τέτοιες περιουσίες που φυλάγονται εκεί, αλλα κρατούν κι αποθέματα τυριού, βούτυρου, προβιών, λαδιού, αλμυρών ελιών, μπαμπακιού κ.λ.π. που τα φυλάνε σε ποσότητες απ’ τις οποίες έρχονται  και παίρνουν  οι γυναίκες  και τα κορίτσια όταν τους χρειάζονται. Γιατί ακόμα  και σήμερα εξακολουθούν, απ’ το φόβο των επιδρομών, να ασφαλίζουνε τα καλά τους στο οχυρωμένο κάστρο. Έχουν ακόμα  εκεί πάνω μερικά σιδερένια κανόνια που οι ντόπιοι τους έχουν πολλή εμπιστοσύνη. Μόνο ο δεσπότης  μένει στο κάστρο».  Ένας άλλος, Γερμανός περιηγητής, ο Karl Fredrich, επισκέφτηκε το νησί  μόλις το 1900. Γράφει:  «Απ’ τα αρχαία τείχη  δεν έμεινε τίποτα. Με το υλικό τους έχτισαν  οι άνθρωποι, στο μεσαίωνα  κι αργότερα, τα σπίτια τους, αλλα κι αυτά εγκαταλείφτηκαν σιγά σιγά  μετά την επανάσταση. Αφού έγινε σίγουρη η θάλασσα,  τόλμησαν οι άνθρωποι  να κατέβουν απ’ την αετοφωλιά τους στη βατή, άνετη και ευρύχωρη βορειοδυτική πλαγιά του βουνού. Τώρα πιά ζεί στο κάστρο μόνο ένας φύλακας κι η πόλη καταστρέφεται… Στενά, πολλές φορές έα μέτρο, στροφογυρίζουν τα δρομάκια. Τα σπίτια είναι σ’ όλα τα στάδια της καταστροφής. Στα μαγαζιά και τα καφενεία έχουν μείνει υπολείμματα των τοίχων, εδώ κι εκεί κρέμονται σκουριασμένοι σωλήνες πάνω απ’ τα τζάκια. Αν πάς ν’ ακουμπήσεις σε κανένα παράθυρο, τραβιέσαι τρομαγμένος βλέποντας  κάτω το απύθμενο βάθος».
           
            Τη σημερινή Σκύρο θα την ανακαλύψετε μόνοι σας. Επισκεφτείτε το Αρχαιολογικό Μουσείο και το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο της οικογένειας Φαλτάιτς,  που το ίδρυσε και το διευθύνει ο Μάνος Φαλτάιτς. Όσο για το κάστρο αυτό σε καλεί στην ερημιά του, καταμεσής του κόσμου, ν’ ακούσεις τους βαριούς αναστεναγμούς του παρελθόντος και να στοχαστείς τα τωρινά. Αρκεί να μπορείς μ’ εγκαρτέρηση  ν’ αφήνεις να περνάει μια συγκίνηση, για ν’ απολαμβάνεις βαθύτερα τα αισθήματα που αυτή αναμοχλεύει. Αυτή η αντιπαράθεση του παλιού με το νέο, του πεθαμένου με το ζωντανό, για μας είναι και μια ευκαιρία διέλευσης  ανάμεσα στο θρύλο  και στην πραγματικότητα, για να καταλήξουμε ίσως στη λαϊκή εκδοχή της αναστάσιμης εσχατολογίας, της πίστης προς τη ζωή, που γεννάει και συγχωνεύει νέες ιδέες".
 
Επόμ. >