18.01.18
ΑΡΧΙΚΗ arrow ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ arrow o ΤΑΥΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
 
o ΤΑΥΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

                                                                                 Μαίρη Ρενώ

Οσο για μένα, δεν μπορώ να κρατηθώ πια σταθερά πάνω σ’ ένα άρμα, ούτε να κρατήσω ασπίδα˙ τα δάχτυλα του αριστερού μου χεριού δεν ξαναβρήκαν ποτέ απόλυτα τη δύναμή τους. Κι εγώ, εγώ που είχα σταθεί στο Βράχο της Αθήνας κι απέκρουσα τις ορδές απ’ το βορρά, εγώ που καθάρισα τον Ισθμό κι άλλαξα τα έθιμα της Ελευσίνας, εγώ που σκότωσα τον Αστερίωνα Μινώταυρο στην αίθουσα του θρόνου του Λαβύρινθου και άπλωσα τα σύνορα της Αττικής μέχρι τη Νήσο του Πέλοπα, δεν είχα σκοπό να καθήσω στο παλάτι των πατέρων μου για ν’ ακούω τα μικρά παιδιά να λένε: «Αυτός ήταν κάποτε ο Θησέας».

Ο Μενεσθέας είχε κάνει τη σπορά˙ ας μάζευε τώρα τη σοδειά. Ωστόσο  αυτοί οι άνθρωποι  είναι ο λαός μου˙  και προσπάθησα να τους προειδοποιήσω  πρίν φύγω.  Σε όλες τις εποχές οι ορδές  απ’ το βορρά κατεβαίνουν νότια, σαρρώνοντας σαν παλιρροϊκό κύμα τα πάντα στο πέρασμά τους. Όμως το πρόσωπό μου είχε αλλάξει, το ίδιο και η φωνή μου˙  οι άνθρωποι  νόμισαν πως αυτά που έλεγα δεν ήταν πρόβλεψη για το καλό τους αλλα κατάρα ενάντια στην πόλη. Κι έτσι έφυγα απ’ την Αθήνα. Ίσως οι θεοί να είναι δίκαιοι˙ όμως ο άνθρωπος που θα το αποδείκνυε ήταν νεκρός. Για την  Κρήτη ήταν που άνοιξα πανιά. Ο Ιδομενέας είναι ένας άντρας που τον καταλαβαίνω. Από τη στιγμή που είχε εδραιώσει τη θέση του στην εξουσία, θα ήταν μεγαλόθυμος˙  και ποτέ  δε τον είχα αδικήσει για να ντρέπομαι να πάω. Αν είχα πάει στο παλιό μου παλάτι στα νότια για να τελειώσω τις μέρες μου εκεί, θα μου φερόταν ευγενικά και θα μου επέτρεπε  να παριστάνω το βασιλιά, όπως είχα κάνει και γώ κάποτε για τον πατέρα του. Θα μπορούσα  να κάθομαι  στη βεράντα και να βλέπω  τα σταφύλια να ωριμάζουν˙ δεν θα ήταν κι άσκημα…………Έτσι άφησα την Εύβοια πίσω μου. Όμως ένας άνεμος σταλμένος απ’ τη μοίρα μ’ έσπρωξε  στη Σκύρο. Είναι ένα νησί που το δέρνουν οι άνεμοι και το σχήμα του μοιάζει με μέτωπο ταύρου˙ απ’ το ένα κέρατο κρέμεται η ακρόπολη μ’ ένα βαθύ γκρεμό από κάτω, για το φόβο των πειρατών σαν εμένα. Η Σκύρος, βέβαια, δεν είχε υποφέρει ποτέ από μένα˙  είναι ονομαστή για τα βραχοχώραφά της˙ και τη φτωχή σοδειά και γώ ποτέ μου δεν λήστεψα τους φτωχούς. Ο βασιλιάς Λυκομήδης με καλωσόρισε όπως θα έκανε δέκα χρόνια πρίν. Καθώς  πίναμε το κρασί μας μου είπε ότι συχνά κι αυτός ο ίδιος έβγαινε  στη θάλασσα για περιπέτειες, όταν η συγκομιδή της χρονιάς ήταν φτωχή. Το είχα ακούσει αν και οι δρόμοι μας δεν είχαν ποτέ συναντηθεί. Είναι ένας άντρας που κρατάει απ’ το λαό της Ακτής, με μαύρη γενειάδα  και σκοτεινά μάτια  που δεν λέει ποτέ όλα όσα σκέπτεται. Λέγεται γι’ αυτόν πως μεγάλωσε στο ιερό της Νάξου και πως είναι γιός μιας ιέρειας που  της τον έσπειρε ο Θεός.Δεν μιλήσαμε γι’ αυτό. Ανταλλάξαμε παλιές θαλασσινές ιστορίες˙ μου είπε ότι, όπως και ο Περίθοος, πέρασε την εφηβεία του στα βουνά  των Κενταύρων. Ο γέρο – Χείρων, μου είπε, είναι ακόμα ζωντανός σε κάποια σπηλιά ψηλά στο Πήλιο˙ ο λαός του είναι πολύ μικρότερος, αλλα το σχολείο του συνεχίζει. Ένας απ’ τους μαθητές του, ο διάδοχος του βασιλιά της Φλίας, είναι φιλοξενούμενος τώρα εδώ στη Σκύρο˙ κρύβεται για ν’ αποφύγει το πεπρωμένο ενός πρόωρου θανάτου, που η ιέρεια μητέρα του προείδε σε κάποιους οιωνούς. Διάλεξαν  ένα νησί για να τον εμποδίσουν  να το σκάσει˙  γιατί αυτός ο θάνατος θα του έφερνε μια αιώνια δόξα και ο νεαρός μπορεί να τον δεχόταν με τη θέλησή του. Όπως καθόμαστε κοντά στο παράθυρο, ο Λυκομήδης μου τον έδειξε ν’ ανεβαίνει στα μεγάλα σκαλοπάτια  του βράχου. Ανέβαινε  βγαίνοντας απ’ τις σκιές του δειλινού προς το τελευταίο φιλί του ήλιου, ζωηρός και ευλύγιστος σαν νεαρό ελάφι , με το μπράτσο του γύρω απ’ τους ώμους ενός φίλου του με μαύρα μαλλιά. Ο θεός  που του έστειλε αυτή την περηφάνια που έκαιγε  σαν φωτιά δεν έπρεπε να ρίξει και την αγάπη σαν προσάναμα. Οι κόποι  της μητέρας του θα πήγαινα χαμένοι γιατί κουβαλούσε την καταστροφή  μέσα του. Δεν με είδε  κι όμως τα μάτια του μου μίλησαν.Ο βασιλιάς Λυκομήδης, που στεκόταν δίπλα μου είπε: «Είχε πάει κάπου την ώρα που έφτασε το πλοίο σου. Όταν μάθει ποιος είναι εδώ θα πιστέψει  ότι αυτή είναι η πιο σημαντική μέρα της ζωής του. Όποτε προσπαθώ  να τον συγκρατήσω από κάποια αποκοτιά, για χάρη του πατέρα του, μου λέει πάντα: « Ο Θησέας  θα το έκανε». Αυτό είναι το μέτρο σύγκρισης που έχει για έναν άντρα».Φώναξε τον υπηρέτη του και του είπε: «Πήγαινε να πείς στον πρίγκιπα Αχιλλέα να πλυθεί και να βάλει τα καλά του και να έρθει εδώ».Είπα πως είχα περάσει μια δύσκολη μέρα και πως το ταξίδι μου ήταν κουραστικό˙ θα προτιμούσα να δώ το νεαρό αύριο. Ξαναφώναξε τον υπηρέτη του και δεν το κουβεντιάσαμε περισσότερο, αλλα με οδήγησε στο δωμάτιό μου. Βρισκόταν κοντά στην  κορφή του βράχου, γιατί το παλάτι είναι χτισμένο σαν χελιδονοφωλιά. Μέσα στο φώς του ήλιου που έδυε, μπορούσε κανείς να δεί ολόκληρο το νησί και την ανοιχτή θάλασσα γύρω του. «Όταν ο καιρός είναι καθαρός», είπε, «μπορείς να δείς την Εύβοια. Να αυτή η φωτεινή κουκκίδα πρέπει να είναι η φωτιά κάποιας σκοπιάς. Όμως και σύ είσαι συνηθισμένος να ζείς σε αετοφωλιά. Είναι πιο ψηλός ο δικός σου βράχος;».«Όχι» , αποκρίθηκα. « Ο δικός σου έχει λόφο από κάτω, ενώ ο δικός μου έχει πεδιάδα. Τούτος εδώ είναι πολύ πιο ψηλός. Αν όμως συγκρίνεις απλώς το ύψος του ίδιου του βράχου, τότε δεν έχουν και μεγάλη διαφορά».«Αν το σπίτι μου σου θυμίζει το σπιτικό σου», είπε, «νιώσε πραγματικά σαν στο σπίτι σου και γώ θα χαρώ πολύ».Ξάπλωσα αποκαμωμένος κι έδιωξα τους υπηρέτες μου. Πρίν με πάρει ο ύπνος σκέφτηκα το λαμπερό ελαφροπάτητο αγόρι, που περίμενε το αύριο. Μακάρι να υπήρχε τρόπος να γλίτωνε απ’ αυτή την εμπειρία. Καλύτερα να θυμόταν το Θησέα που μιλούσε εξ ονόματος του θεού που είχε μέσα του.  Γιατί ν’ ανταλλάξεις ένα θεό μ’ έναν κουτσό άντρα, με στραβό στόμα; Θα μπορούσα να του μιλήσω για το ποιος είναι˙ όμως αυτό δεν θα τον έκανε  ν’ αλλάξει. Οι άνθρωποι  που γεννιούνται από γυναίκα δεν μπορούν ν’ αλλάξουν τη μοίρα τους. Για ποιο λόγο λοιπόν να ταράξω το πρωινό της ζωής του με τη θλίψη των γηρατειών; Δεν θα ζήσει αρκετά για να τα γνωρίσει.Αυτά σκεφτόμουν, όταν η κούραση σφάλισε τα βλέφαρά μου. Κοιμήθηκα˙ κι ονειρεύτηκα  το Μαραθώνα.Μου φάνηκε σαν να ξύπνησα απ’ την αντάρα της μάχης. Πήδηξα απ’ το γυμνό κρεβάτι˙  βρισκόμουν στο καλύβι της γριάς Εκαλίνης,  νέος ξανά με τα όπλα δίπλα μου. Τα άρπαξα κι έτρεξα έξω. Ο ήλιος έλαμπε. Αραγμένος κατά μήκος  της ακτής, ήταν ένας μεγάλος στόλος από πολεμικά πλοία, γεμάτα από ξένους στρατιώτες που πηδούσαν στη στεριά. Ήταν πάρα πολλοί  για να είναι πειρατές˙ γινόταν πόλεμος  και μεγάλος μάλιστα˙ γιατί βρίσκονταν εκεί όλοι οι άντρες της Αθήνας, που είχαν μαζευτεί για να υπερασπιστούν τη γή τους. Όπως γίνεται συχνά στα όνειρα, υπήρχε κάτι το παράξενο επάνω του˙ φορούσαν μπρούτζινες  περικεφαλαίες με παράξενα λοφία  σαν του τσαλαπετεινού και μικρές στρογγυλές ασπίδες ζωγραφισμένες με ζώα και πουλιά. Όμως τους αναγνώριζα ότι ήταν ο λαός μου˙ κι έδειχναν πολύ λίγοι, όπως τότε που αντιμετωπίσαμε  τις ορδές των Σκυθών. Σκέφτηκα την Πόλη, τις γυναίκες  και τα παιδιά που περίμεναν ˙  και ξέχασα ότι οι Αθηναίοι με είχαν αδικήσει. Για μια ακόμα φορά ήμουν ο βασιλιάς.Πολεμούσαν όλοι πεζή˙  δεν ξέρω που βρίσκονταν τα άρματα. Εκείνη τη στιγμή, κάποιος απ’ τους αρχηγούς άρχισε τον παιάνα κι έβγαλαν την πολεμική τους κραυγή  καθώς ορμούσαν μπροστά. «Ξέρουν ότι είμαι μαζί τους!» σκέφτηκα. «Ο Μαραθώνας πάντα μου έφερνε τύχη καθώς έτρεχα περνώντας μέσ’ απ’ τους άντρες για να μπω μπροστά˙ κι όταν έφτασα στις γραμμές  των βαρβάρων στα χέρια μου κρατούσα τον ιερό πέλεκυ της Κρήτης που είχα χρησιμοποιήσει για να σκοτώσω τον Μινώταυρο. Τον στριφογύρισα  πάνω απ’ το κεφάλι μου˙  οι ξένοι έκαναν πίσω˙ και τότε οι άντρες της Αθήνας με αναγνώρισαν  κι άρχισαν να φωνάζουν τ’ όνομά μου. Ο εχθρός  είχε τραπεί σε φυγή κι έτρεχε κατά τα πλοία˙ σκόνταφταν κι έπεφταν  και πνίγονταν˙ είχαμε  νικήσει, καθαρά και σίγουρα. Βγάλαμε μια μεγάλη θριαμβευτική κραυγή˙  και η ίδια μου η φωνή με ξύπνησε. Το φώς του φεγγαριού έπεφτε στο πρόσωπό μου κι απ’ το παράθυρό μου έβλεπα τα βράχια της Σκύρου. Ο ήχος ακούγεται μακριά τις ήσυχες νύχτες ακόμα κι από τόσο ψηλά, άκουγα το ρόχθο της θάλασσας.Το όνειρο διαλύθηκε˙ γιατί δεν άφησε άραγε τη θλίψη της απώλειας πίσω του; Η ελπίδα έρχεται απ’ αυτά τα κύματα, σαν νερό που γεμίζει μια αποξηραμένη λίμνη. Εδώ, απ’ το παράθυρο, βλέπω τη θάλασσα λεία σαν ασημένιο καθρέφτη στο φώς του φεγγαριού˙  κι όμως  ο  ρόχθος  της δυναμώνει. Είναι αλήθεια λοιπόν, όπως μου είπε ο Οιδίποδας στον Κολωνό, ότι η Δύναμη ξαναγυρίζει; Οι Θεοί μ’ έστειλαν  για οδηγό του˙  μήπως τώρα στέλνουν το Λυκομήδη σε μένα; «Αν το σπίτι σου θυμίζει το σπιτικό σου, νιώσε σαν στο σπίτι σου».Ναι˙ δυναμώνει. Δεν είναι ο ήχος  χαράς και αγαλλίασης όπως ήταν επάνω  στην Πνύκα˙ όμως είναι σταθερός σίγουρος και δυνατός. Η πίκρα παρασύρεται απ’ την ορμή του και χάνεται. Δεν θα προσφέρω το θάνατό μου σε ξένους σαν τον Οιδίποδα απ’ τις Θήβες. Ας τον πάρει ο Πατέρας Ποσειδώνας να τον χρησιμοποιήσει  στην ανάγκη του λαού μου. θα έρθει αυτή η στιγμή, όπως μου προείπε τ’  όνειρό μου. Στο  όνειρο, δεν είχαν βασιλιά μαζί τους˙ ίσως δεν ήθελε να προσφέρει τον εαυτό του για το λαό του. Με αναγνώρισαν  και φώναξαν τ’ όνομά μου. κάποιος υμνωδός τους το είχε μάθει. Όσο ο ραψωδός θα τραγουδάει και το παιδί θα θυμάται, δεν θα χαθώ απ’ το Βράχο.Αυτό το μπαλκόνι κρέμεται στην άκρη του γκρεμού. Βλέπω ένα μονοπάτι πίσω του που πάει άκρη άκρη στον γκρεμό. Είναι ό,τι μου χρειάζεται. Αν πέσω από δώ, μπορεί να πούν πως ο Λυκομήδης με δολοφόνησε. Θα ήταν ανέντιμο να ντροπιάσω τον οικοδεσπότη μου. Όμως μόνο ο Ακάμας έχει απομείνει για να εκδικηθεί το θάνατό μου˙ κι αυτός, αν και είναι ο μισός Κρητικός, ξέρει καλά πως πεθαίνουν οι Ερεχθείδες.Σίγουρα τα κατσίκια κατεβαίνουν απ’ αυτό το μονοπάτι. Κι αυτό τ’ αγόρι, ο Αχιλλέας, μπορεί να το κατεβαίνει για να δοκιμάσει την τόλμη του. Όμως δεν είναι μέρος αυτό για ένα  κουτσό πόδι˙ τόσο το καλύτερο. Θα φανεί σε όλους σαν ατύχημα, εκτός απ’ αυτούς που ξέρουν.Έρχεται η παλίρροια. Μια φουσκωμένη θάλασσα, ήρεμη, δυνατή και λαμπερή. Να κολυμπάς κάτω απ’ το φεγγάρι, όλο και πιο μακριά, όλο και πιο μακριά, βουτώντας μαζί με τα δελφίνια, τραγουδώντας………… Να πηδάς στο κενό με τον αέρα στα μαλλιά σου………     Μετάφραση: Ρένα Καρακατσάνη    Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Mary Renault. Ο Ταύρος από τη θάλασσα, εκδ. «Κάκτος», Αθήνα 1991.    
 
Επόμ. >