13.12.17
ΑΡΧΙΚΗ
 
Η ΠΕΡΔΙΚΑ ΤΗΣ ΣΚΥΡΟΥ
  paliosslinas.jpk.jpg......Θα ήθελα  να σας πάρω μαζύ μου το πρωϊ την Πρωτοχρονιά απολείτουργα, να πάμε στο Σ'λήνα, και στην Αναβάλ'σα, να δούμε τις Σκυριανές κοπέλλες, σαν θα ρθουν να πάρουν το νιό νερό, να δροσίσουν τα σπίτια τους, πως θα ρίξουν στην πηγή τις φιλιές τους - βασιλόπηττα, σύκα, σταφίδες, μύγδαλα, μουστόπ'τες κι' ό,τι άλλα καλούδια έχει η καθεμιά - για να φιλέψουν και να γλυκάνουν τα νερά, μουρμουρίζοντας με λαχτάρα την ευχή τους στη νερομάννα. «Ως τρέχουν τα νερά, έτσι να τρέχουν τα καλά μες στο σπίτι μας!»

Να πάμε μαζύ με τους βαρκάρηδες και τους ψαράδες κάτω στο γιαλό και στη Λιναριά, σά θα φέρουν ν' ασημώσουν και να φιλέψουν τη βάρκα τους, για να μην παραπονιέται και για νάναι γλυκαμένη  και γεμάτη όλο το χρόνο.

   

anemomilos.jpk.jpgΝα δούμε, σά θα πάμε να ‘φχηστούμε τη μ'λώνισσα, πως θ' ασημώσει και θα γλυκάνει το μύλο της και κείνη, και να πάρομ' από τα χέρια της την αφράτη φτάζυμη μ'λόπ'τα, την πήττα που ο μύλος χαρίζει στους πελάτες του, ζυμωμένη με μαστίχα και κανελλογαρύφαλλα, απ' το πιο διαλεχτό αλεύρι και στολισμένη από πάνω με πλουμούδια.

Και γυρίζοντας στο χωριό, να δούμε τους γεωργούς, σά θα πάνε στη γκατούνα, να βγάλουν έξω στο πλάτωμα τα βώδια, βάζοντάς τα να πρωτοπατήσουν πάνω σε σίδερο, στον γκασμά συνήθως, για νάναι σιδερένια όλο το χρόνο, να μην αρρωστήσουν, πως θα τα φιλέψουν και θα τα γλυκάνουν κι' αυτά, πρώτα κι' ύστερα θα περάσουν τη βωδόκ'λορα απ' το κέρατο του πρώτου βωδιού, προγνωρίζοντας με τον τρόπο που θα πέσει, σαν τινάξει το βώδι το κεφάλι του, για να ελευθερωθή απ' το ξαφνικό βάρος, το μάντεμα για τη σοδιά της χρονιάς.

Αποδίδοντας στον ταύρο, ζώο ιερό, γιατί δουλεύει στη σπορά, στ' όργωμα και στ' αλώνισμα του καρπού, τη μυστική θέσι που είχε στις περισσότερες αρχαίες θρησκείες.............

Και τη μέρα των Φώτων να ρθούμε πάλι με τις εικόνες (τη λιτανεία) στην Αναβάλ'σα, να δούμε, σά θ' αγιάσουν τα νερά, πως θα βουτήξουν όλοι οι άρρωστοι, μικροί και μεγάλοι, για να γιατρευτούν, να γίνουν καλά.

Να πάρομε και μείς το νερό, που θ' αγιάσομε το σπίτι και τα χτήματα.

Να πάρομε τα δεματ'κά μας, να τα βουτήσομε στο νερό, να τ' αγιάσομε και να πάμε  να τα δέσομε στα δεντρά και στα κλήματα, για να μη ρίχνουν τον καρπό και να τα προφυλάξουν από κάθε κακό...............

Να πάμε τη μέρα των Βαγιών, μαζύ με τις νοικοκυράδες στη μάντρα, να φέρομε στους τσοπάνηδες  το σταυρό το βάγινο, πλεγμένο από μυρτόκλαδα και βιόλες κι' ευλογημένο απ' τον παπά στην εκκλησία, πάνω - πάνω στο καλάθι με τα λαζόνια, τη λαχανόπ'τα και τα νηστήσιμα μακαρόνια, που τους ζύμωσε η τσοπάνισσα απ' την παραμονή.

Να σταθούμε, σά θα βγάλουν οι παραγυιοί το κοπάδι στη βοσκή, πλάϊ στο μισοανοιγμένο σήκανο, μαζύ με το γεροντότερο τσοπάνη ή το νοικοκύρη, να δούμε, πως βατσάζει τα πρόβατα και τα σφαχτά, και χτυπώντας τα ένα - ένα στην πλάτη με το σταυρό το βάγινο κι' ένα κλαδί μερσινιάς τους εύχεται  κι' ευαγγελίζεται το χαρμόσυνο άγγελμα για την Πασχαλιά που σε λίγες μέρες έρχεται, λέγοντας:

 

Τσαί του χρόνου! Καλή Λαμπρή!

Βάτσα, βάτσα του Βαγιού!

τσαί την άλλη Τουριατσή

με τα κότσινα τ' αυγά

τσαί με τ'άσπρα  τα χλωρά!.....

 

Και το δειλινό, σαν ο ήλιος γέρνει πίσω απ' τα βουνά, οι σκιές μακραίνουν κι' ο αγέρας δροσάζει και φέρνει από μακριά τον αντίλαλο απ' τις καμπάνες, που σημαίνουν αργά και λυπητερά για το νύμφιο, να πάρομε το δρόμο για το χωριό ανάμεσα στις ανθισμένες χαλαδρομιές και τ'  αμπελάγρια, που μυρώνουν με την πνοή τους την Απριλιάτικη νύχτα.......

garifalo_ag_artemiou.jpg            Θα ήθελα ακόμα να σας έπαιρνα, να πηγαίναμε μαζύ στον Άγιο Άρτεμη, στη χάρι του, να κυλιστούν οι νέοι για την υγειά τους στην κατρατσόλα, τον απότομο γλιστερό βράχο, ενώ πέρα μακριά στο βάθος αφροκοπά ανταρεμένη η θάλασσα. Και μείς να κόψομε  απ' τα ωραία, μονά, πεντάφυλλα, άγρια γαρουφαλλάκια, τα άσπρα και τα άλικα, που ευωδιάζουν όλη τη γύρω εξοχή.

            Ν' ακούσομε και το τραγούδι τους, όπως το σιγοτραγουδούν τα παλληκάρια, κυττάζοντας, αδιάφορα τάχα καθένας, κατά την αγαπημένη, που τους μοιάζει στο χρώμα και τη φρεσκάδα:

 

Γαρύφαλλο τ' Άγι- Αρτεμιού

με την καρδιά μου σ' αγαπού!

 

            Ν' ανέβομε στον Όλυμπο, το καταπράσινο βουνό, να προσκυνήσομε την Παναγιά τη Λυμπιανή, θεμελιωμένη πάνω σε αρχαίου ναού μάρμαρα, κι' ανάβοντας ευλαβικά το κεράκι μας μπρος στο μισοσβησμένο της Παναγιάς  εικόνισμα, ν' ακούσομε, άθελά μας, το τάξιμο της μικρής ερωτευμένης, όπως το μουρμουρίζει με λαχτάρα:

limpiani0.jpgΩ Παναγιά μου Λυμπιανή, να ρθου να σ' ασβεστώσου,

να πάρου τσείνε π' αγαπού, του χρόνου να σε ζώσου!

 

            Να πάμε στον Άη-Μάμα, τον προστάτη των τσοπάνηδων, να δούμε το εκκλησάκι του χτισμένο κι' αυτό πάνω στα ερείπια αρχαίου ναού, του Πανός ίσως, όπως  λένε οι αρχαιολόγοι.

            Να δούμε το κοπάδι του απ' τ' αρνιά, που του φέρνουν οι τσοπάνηδες, για να μη ζηλεύει - φθονερόν γάρ το θείον - και να τους φυλάει τα ρίφια τους από κάθε κακό.

            Η παράδοσι θέλει τον Άη - Μάμα τσοπάνη, γι' αυτό και τον ζωγραφίζουν με το στραβοράβδι των τσοπάνηδων στο χέρι.

            Έτσι βλέπομε ότι και δώ, όπως στα περισσότερα της Ελλάδος μέρη, οι αρχαίοι θεοί παραχώρησαν αναγκαστικά στη νέα θρησκεία τους τόπους της λατρείας τους, κράτησαν όμως ζωντανές στη συνείδησι του λαού τις κυριώτερες ιδιότητές τους και γενναιόδωρα τις κληροδότησαν στους αγίους του Χριστιανισμού, που τους διαδέχτηκαν.......

            Να πάμε να πιούμε νερό απ' το Νύφι, τη δροσερή πηγή, που φύλαξε τη θύμησι απ' τις αρχαίες Νύμφες και τη λατρεία τους στην ονομασία της. Όπως φύλαξαν τη θύμησι  απ' τα χαμένα ιερά η Θέμι, το Άρη, το Αρτεμίσι και τόσες άλλες τοποθεσίες στο νησί.

            Να πλανηθούμε παντού, στις γελαστές ακρογιαλιές και στα δύσβατα μονοπάτια του Όρους και του Βουνού, στις πρασινάδες του καλλιεργημένου κάμπου με τα δροσερά και διάφανα νερά, στις ρεματιές τις λουλουδιασμένες μ' όλων των λογιών τ' αγριολούλουδα.

            Να κόψομε κυκλαμιές κι αγριόκρινα, αρκόβατους κι' αγιοκλήματα,  να στολίσομε τα εκκλησάκια, που με το καλοπλυμένο σκέπασμα  της Άγια - Τράπεζας, το πάτωμα φρεσκοσαιρμένο  και το καντηλάκι αναμμένο από ευλαβικά γυναικεία χέρια, σε κάθε κορφή βουνού, σε κάθε ρεματιά, πάνω στην άκρια των βράχω στο γκρεμνό, ή κάτω στ' ακροθαλάσσι, ολόλευκα προβάλλουν, λές και καλούν τους πιστούς στη μόνη αληθινή κι' αιώνια λατρεία της ονειρεμένης γύρω ωμορφιάς.

            Να μπούμε στα ερειπωμένα μοναστήρια με τα γκρεμισμένα κελλιά  και τις μισοσβησμένες ζωγραφιές τους, ν' ακούσομε τη φωνή του γέρο παπά, σταματημένου με το κάτασπρο φτωχικό φελόνι του μπρός στην Ωραία Πύλη, σαν τελειώνει  τις εσπερινές ευχές: Υπέρ ειρήνης του κόσμου! Υπέρ ευφορίας των καρπών της γής! Υπέρ ευκρασίας αέρων! να λέει τρεμουλιαστά: Είπωμεν και υπέρ εαυτών το Κύριε Ελέησον! κάνοντας τις ψυχές να γονατίζουν ευλαβικά μ' όλη την αλύγιστη απιστία τους............

            Να σηκωθούμε μαζύ με τη νοικοκυρά απ' τα μεσάνυχτα, να ξυπνήσομε το φτάζυμο, χτυπώντας τρείς φορές το προζ'μερό, πού το έχομε σκεπασμένο, και λέγοντάς του σιγανά, για να μην το τρομάξομε:

  • - « Ξύπνα, ξύπνα, είναι ώρα!»

Κι' αν αργεί να φουσκώσει, να το σκεπάσομε με το σουρέλο ενός γερού παλληκαριού, για ν' ανέβει γρήγορα, και να προλάβομε, ν' αναπιάσομε το προζύμι μας με την  ώρα του.

Μυστική συσχέτισι με την ιδέα της γονιμότητας, εκτελεσμένη ασυναίσθητα απ' τα παμπάλαια χρόνια, απομεινάρι, τελετουργικό ίσως, κάποιας άγνωστης, ξεχασμένης, ως και στ' όνομά της σήμερα, θρησκείας.........

Να περάσομε, την ώρα που βγαίνει ο ήλιος, με τη βάρκα, κάτω απ' τη Διατρυπ'τη σπηλιά, να δούμε πως φεγγοβολούν οι βράχοι της στις πρώτες ηλιαχτίδες, με μυριόχρωμες απόκοσμες αναλαμπές.

Να κυνηγήσομε τ'  αγριοπέριστερα, ως βγαίνουν κοπαδιαστά απ' τις φωλιές τους μέσ' απ' τις κουφάλες των βράχων και τις παραμυθένιες σπηλιές.

Να κολυμπήσομε στην Πετρούλα πέρα από τα Μαγαζιά και να δούμε , σαν ξανοιχτούμε, το Βενετσιάνικο δράκο ν' ασπρίζει πάνω απ' του Κάστρου τη σιδερόπορτα.

Και σαν είναι μπονάτσα, να ξεχωρίσομε πιο έξω, κάτω στο βυθό της θάλασσας, ν' ασπρίζουν μέσ' απ' τα νερά τα ερείπια της εκκλησίας των Αγίων Σαράντα, χτισμένης πάνω στον αρχαίο της Αθηνάς ναό, όπως μας λέει ο Τournefort.

Να κολλήσομε πανω στο εικόνισμα της Φανερωμένης το  νόμισμα, μουρμουρίζοντας την καθιερωμένη προσευχή:

Παναγιά Φανερωμένη

τσείνο πούπαμε να γένει!

και παίρνοντας το καντήλι μπρος απ' την εικόνα της, να το ρίξομε στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, για να μπονατσάρει.

            Να πάμε πέρα στα Βρυκολακονήσια, στον Άγι- Αρμόλαο, να προσκυνήσομε και ν' αφήσομε στο νησί τα κακούδια μας - κομμάτι από ρούχο, λίγα μαλλιά ή νύχια κομμένα - για να μας λευτερώσει απ' τις αρρώστιες και τα κακά μας.

            Κι' επειδή τον Ιούλιο, που είναι η γιορτή του, φυσάνε τα μελτέμια και δυσκολεύουν τη βάρκα με τους προσκυνητές ν' ακοστάρει, να τον παρακαλέσομε τραγουδιστά να μας βοηθήσει στο ταξίδι μας:

Άγι- Αρμόλαε, τσαί κάμε ag_ermolaos.jpg

πρύμο τον τσαιρό να πάμε!......

 

            Να πάμε απ' το βράδυ της παραμονής του γάμου στο Σ'λήνα μαζύ μ' όλες τις φίλες και τα συγγενικά κορίτσια της νύφης, φορτωμένες τις πλουμισμένες ολοκαίνουργιες στάμνες, να κουβαλήσομε  τραγουδώντας το νερό που θα χρειαστή για το γάμο.

            Και τη μέρα του γάμου όλοι μαζύ με το γαμπρό και τη νύφη και τα βιολιά μπροστά, να γυρίσομε απ' την εκκλησία, ύστερ' απ' το στεφάνωμα, περνώντας τα στενά ανηφορικά του χωριού δρομάκια, ενώ όλοι απ' τους λιακούς και τα μπαλκόνια θα μας ραίνουν με παράδες και μπαμπακόσπορο.

            Να καθήσομε στο τραπέζι του γάμου, το φορτωμένο απ' τα καλαθιάτικα, τα δώρα  που όλοι οι καλεσμένοι έστειλαν, και να μας υπηρετήσει ο γαμπρός κι' η νύφη με την ολόχρυση νυφιάτικη φορεσιά.

            Να φάμε τα αφράτα ξεροτήγματα και τους λουκουμάδες. Κι' ακούγοντας τα πρώτα τραγούδια, παίνια και καλέσματα  για τους νεκρούς αγαπημένους, να θυμηθούμε και μείς τις χαρές τους και να πονέσομε για τον πρόωρο χαμό τους, που δεν τους άφησε να χαρούν την ώρ' αυτή μαζύ μας.

            Να χορέψομε στο πλάτωμα της Σαρούς και στ' αλώνια, με τις ώμορφες Σκυριανές κοπέλλες και τα σερπετά ηλιοκαμένα παλληκάρια.

            Να μας κάνουν και μας το τραγούδι μας, όπως μας ταιριάζει, παινεύοντας τις χάρες ή ξομπλιάζοντας τα κρυφά κουσούρια μας.........

            Και την Πρωτομαγιά να μαζέψομε σπάρτα κι' ανθισμένες χαλαδρομιές, να πλέξομε  το στεφάνι του Μάη. Να ζώσουν οι νιοί κι' οι νιές τη μέση τους με τα κλαδιά  της χαλαδρομιάς, για νάναι σαν κι' αυτή λυγεροί και να βαστάξουν στους κόπους του θερισμού που σε λίγο θ' αρχίσει.

 

Χαλοδρομιά στη μέση σου,

γιατ' είσαι νιά και πρέπει σου!.....

 

Τραγουδούν οι γιορταστάδες. Κι' η νοσταλγία για τα χαμένα νιάτα ξυπνά και δαγκώνει τις καρδιές............

            Να πάμε το θέρος στο Τραχύ και στον Κάτ' Κάμπο να θερίσομε και να δεματιάσομε τον καρπό, αφήνοντας και στο χωράφι τ' αποθέρι του, δυό λιμάρια αθέριστα, για να χαρή και κείνο τον καρπό του και να μη μείνει γυμνό και παραπονεμένο, ντροπιασμένο μπρός στα πουλιά του αέρα και τα μαμούδια της γής, σαν έρθουν να του γυρέψουν ένα σπυράκι γέννημα, για να χορτάσουν την πείνα τους..........

            Για τους νησιώτες όλα τα πλάσματα του κόσμου έχουν το ίδιο δικαίωμα πάνω στης γής τ' αγαθά και στου Θεού τα δώρα, ακόμα και στης θρησκείας τη βοήθεια.

            Η απλή, πρωτόγονη φαντασία τους, χαρίζοντας σκέψι κι' αίσθησι σ' όλη τη φύσι, στη γή, στα φυσικά στοιχεία, στα φυτά, πολλές φορές, όπως είδαμε παραπάνω και σ' αυτά ακόμα τα πρόσκαιρα χτίσματα των ίδιων τους χεριών, μύλους, βάρκες, φούρνους, σπίτια, τα βλέπει και τα νοιώθει σα συνεργάτες αληθινούς, σά ζωντανούς κι' αισθαντικούς  συντρόφους, άξιους να τους θυμάται  και να τους καλοπιάνει καθένας, για να μην παραπονιώνται και να τους έχει πρόθυμους βοηθούς και παραστάτες στους κόπους και τις αγγάρειες της καθημερινής ζωής!

            Ν' αποχαιρετήσομε τις συκιές τη μέρα τ' Άη - Γιαννιού  τ' Αφανέ, αφήνοντάς τις ήσυχες να χαρούν τους μυστικούς γάμους τους με τους ορνούς, που θα κρεμάσομε αρμαθιαστά πάνω στα κλαδιά τους για τελευταία φορά της χρονιάς.

            Και για να δέσουν και να ωριμάσουν τον καρπό τους απερίσπαστα, χωρίς ούτε να τον ρίξουν, ούτε άνθρωπος να τον πειράξει, ούτε τα πουλιά να τον φάνε, να τις ξορκίσομε με το ξόρκι:

 

Άη - Γιάννη κι' Άη - Γκίκα!

κι' ήλιε που κεντάς τα σύκα!

μήτε πάρει, μήτ' αφήσει,

μήτε το πουλί τσιμπήσει!

 

            Και τις ατέλειωτες χειμωνιάτικες νύχτες στα γειτονικά σπερίσματα, καθισμένοι  πλάϊ στης φ'γούς το παράβ'ζο, την ώρα πόυ τα κορίτσια θα κεντάνε τα πολύχρωμα ξομπλιαστά κεντήματα και τις ξεχωριστές αραντζ'δέλες, ν' ακούσομε και μείς απ' το στόμα της πολύξερης μαννούς για τα στοιχειά και τις νεράϊδες. Πως έβγαιναν στο Κάστρο και χόρευαν στ' αλώνια τα μεσάνυχτα κι' έπλεναν στο ποτάμι το καταμεσήμερο και νανούριζαν τα παιδιά τους στα κελλιά του Κάστρου, η κάτω στην άκρη της  Λίμνας. Και φώναζαν τα παιδιά των ανθρώπων και τους μεγάλους, τους αλαφροϊσκιωτους, και τους ξεγελούσαν με τα γλυκά τραγούδια και τα χάδια τους και τους έπαιρναν μαζύ τους, κλέβοντάς τους τη μιλιά και τα λογικά, αφήνοντάς τους νεραϊδοπαρμένους κι' άλαλους πάνω στο Βοκολίνα, ή στους απάτητους γκρεμνούς της Κατάκλειας και στις βαθειές απόμερες σπηλιές τους.

            Να μας πούνε τις ιστορίες για τα ζούμπερα και τους Καλλικαντζάρους, τα πονηρά δαιμόνια, πούρχουνταν τα δωδεκάμερα, για να παιδέψουν τις γυναίκες και προ πάντων τις γριές, με τις οποίες βρίσκουνταν σε αέναο πόλεμο.............

            Ν' ακούσομε, πως ξέθαβαν τους αμαρτωλούς πεθαμένους, σά δεν έλειωναν, και βάζοντάς τους μέσα σ' ένα τσουβάλι, ή σ' ένα άδειο στρώμα, τους γύριζαν σαράντα μέρες, σε σαράντα εκκλησιές και τους λειτουργούσαν στημένους πίσω απ' την πόρτα της εκκλησίας, με τα μακριά μαλλιά και τα σουβλερά νύχια τους μεγαλωμένα μέσα στον τάφο, για να λυθούν οι κατάρες και τ' αναθέματα που τους βάραιναν και να βρεί τ'  αμαρτωλό κορμί τους την ποθητή λύτρωσι!......

            Και παίρνοντας  για λίγο πίσω πάλι, αν μπορούμε, την παιδιάστική μας ψυχή και διανοητικότητα, ν' ανατριχιάσομε, καθώς θα περνάμε φεύγοντας τα μεσάνυχτα έξω απ' την Αγία Θεοφανώ, νομίζοντας - όπως τότε, σαν ήμαστε μικροί - πως θ' αντικρύσομε να προβάλει στο κατώφλι της το καλό της εκκλησίας, ένα χρυσοφορεμένο κορίτσι που νέθει τ' ολόχρυσο νήμα στ' ασημένιο αδράχτι.

            Πόσες και πόσες  τέτοιες παραδόσεις και παράξενες περασμένες συνήθειες μπορούσαμε να παρακολουθήσομε και να μάθομε, αν πηγαίναμε στη Σκύρο όσο είναι ακόμα καιρός, πρίν φύγουν απ' τη ζωή οι συμπαθητικοί γέροι κι' οι πολύξερες γριούλες, ασάλευτα προσηλωμένοι στο θρύλο και την παράδοσι. Πρίν ξεχαστούν, ύστερ' απ' το θάνατό τους και σβήνουν ολοκληρωτικά, περιφρονημένες απ' τους νεώτερους, παραμερισμένες απ' τη δήθεν πρόοδο και τον ψευτοπολιτισμό, που θα φέρει σε λίγα χρόνια τη λησμονιά και τη γενική αφομοίωσι στις συνήθειες και στις παραδόσεις, στις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες, μερικές απ' τις οποίες έχουν την αρχή τους σε παλιότερα απ' τον Χριστιανισμό, ειδωλολατρικά έθιμα των αρχαίων Ελλήνων ή κι' άλλων αρχαιοτέρων ακόμα προγόνων, λησμονημένων σήμερα στα μακρινά των αιώνων βάθη!.......

                                                                                                                                                   "ΣΚΥΡΟΣ" 

                                                                                                                                              ΝΙΚΗ ΠΕΡΔΙΚΑ

 

   

 
< Προηγ.