18.01.18
ΑΡΧΙΚΗ arrow ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ arrow Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΥ ΕΝ
 
Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΥ ΕΝ

Δ.ΠΑΠΑΓΕΩΡΙΟΥ

Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΥ ΕΝ ΣΚΥΡΩ
Η άλωσις της Σκύρου υπο του Κίμωνος επανέφερεν εις την μνήμην τα επικά άσματα, άτινα διηγούνται την ιστορίαν της ανατροφής του Αχιλλέως εις την αυλήν του Λυκομήδους: πράγματι προ της καταλήψεως της νήσου υπο των Αθηναίων ουδέν ίχνος του μύθου του απαντά εν τη Ελληνική τέχνη1.
Πρώτος ο Πολύγνωτος φαίνεται ότι παρέστησε τον Αχιλλέα μεταξύ των θυγατέρων του Λυκομήδους. Η εικών του ευρίσκετο εις την πινακοθήκην της δεξιάς πτέρυγος των Προπυλαίων. Ο Παυσανίας, εις όν οφείλομεν την πληροφορίαν ταύτην, απορεί δια την εκλογήν θέματος ληφθέντος εκ μύθων μεταγενεστέρων του Ομήρου και το οποίον ήρμοζε μάλλον εις ζωγράφον εποχής κατωτέρας2. Εν τούτοις ο Πολύγνωτος ωδηγήθη υπο της φύσεως του ταλάντου του.

Μήπως δεν υπερείχεν εις τας γυναικείας εικόνας του και τα διαφανή των ενδύματα3; Οι μύθοι των νήσων των προς Β. του Αιγαίου ώφειλον άλλως τε να είναι οικείοι εις καλλιτέχνην γεννηθέντα εν Θάσω. Άλλ' η εκλογή πιθανώς οφείλεται εις την φιλίαν προς τον Κίμωνα μεθ' ού στενώς συνδέετο4. Έγραψε τον Αχιλλέα εν Σκύρω, ίνα υπενθυμίση την άλωσιν της νήσου υπο του υιού του Μιλτιάδου, καθ' ήν εποχήν σκαιά Αθηναϊκή δημοκρατία δεν επέτρεπεν εις τους στρατηγούς της να καυχώνται δια τας επιτυχίας των, και ηρνείτο να χαράσση τα ονόματα των νικητών επί δημοσίων μνημείων.
Το έργον λοιπόν του Πολυγνώτου θα χρ5ονολογήται μετά την άλωσιν της Σκύρου , ήτοι αμέσως μετά το 470. Δεν δύναται να είναι σύγχρονον των προπυλαίων του Μνησικλέους. Πως δυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι ο Περικλής θα επέτρεπεν εντός μνημείου κατασκευασθέντος τη εμπνεύσει του να γράψωσιν εικόνα υπενθυμίζουσαν εμμέσως εν των κατορθωμάτων του Κίμωνος, του πολιτικού αυτού αντιπάλου; Αναμφιβόλως η εικών αύτη υπήρχε ήδη προ της οικοδομής των προπυλαίων.
Το όνομα του Πολυγνώτου μόνον ηρκεί τότε να εξασφαλίση ταύτη τιμητικήν θέσιν εν τω νέω οικοδομήματι˙ αν δε υπήρχεν έτι ή εικών, πρέπει να αποδώσωμεν τούτο εις το ότι εκόσμει ίσως κατ' αρχάς τα παλαιά προπύλαια του Κίμωνος. Η εικών λοιπόν θα ήτο κινητή και ουχί επί του τοίχου γεγραμμένη1.
Ο G. Robert εσχέτισε μετά μεγάλης πιθανότητες προς την εικόνα του Πολυγνώτου την επί της φαρέτρας της Νικοπόλεως απεικονιζομένην σκηνήν, ένθα βλέπει τις τον Αχιλλέα μετά κομώσεως και ενδυμασίας γυναικός. Εγείρεται του καθίσματος, εφ' ού εκάθητο παρά τη Δηιδαμεία, και εκδύεται την γυναικείαν αμφίεσιν. Εις την αριστεράν χείρα κρατεί ξίφος εν τη θήκη του. ο Διομήδης προσπαθεί να τον κρατήση, εν' ώ ή Διηδάμεια φεύγει προς τα δεξιά, αναχαιτιζομένη και αύτη υπο της τροφού της. Χαμαί κείνται τα κάνιστρα, άτινα εχρησίμευσαν μετά του ξίφους προς ανακάλυψιν του Αχιλλέως. Το κύριον επιχείρημα δι' ού ο Robert υποστηρίζει την ταυτότητά του είνε ότι η φαρέτρα παρουσιάζει σχέσιν τινά προς το ανάγλυφον Gjölbaschi, υπο το οποίον ο Benndorf ανεγνώρισε την επίρροιαν των εικόνων του Πολυγνώτου2.
Όσω επαγωγός και αν είναι η εξομοίωσις αύτη, είνε δύσκολον να συμβιβασθή προς τους όρους του Παυσανίου. Κατά τον συγγραφέα τούτον η εικών παρίστα «τον Αχιλλέα βιούντα εν μέσω των θυγατέρων του Λυκομήδους»3.
Αλλ' αι περιγραφαί του Παυσανίου απέχουσι πολύ του να είνε πάντοτε ακριβείς. Εάν εφαντάζετό τις το έργον του Πολυγνώτου κατά τον Παυσανίαν, θα το εσχέτιζε προς εικόνα περιγραφείσαν υπο Φιλοστράτου του νεωτέρου˙ εις τους πρόποδας του όρους υψούται πύργος δεσπόζων λειμώνος εσπαρμένου δι' ανθέων. Είμεθα έν Σκύρω, ήτις προσωποποιείται δι' αλληγορικής εικόνος. Αί θυγατέρες του Λυκομήδους δρέπουσιν άνθη. Ο Αχιλλεύς κρύπτεται μεταξύ των νεανίδων, αλλ' αναγνωρίζεται ήδη εκ του ευγενούς και υπερηφάνου κινήματος της κόμης του. Χαμαί κείνται κάνιστρα πλήρη γυναικείων αντικειμένων. Πρόσωπόν τι σαλπίζει όπισθεν του Οδυσσέως και του Διομήδους οίτινες αναμένουσι το αποτέλεσμα του στρατηγήματός των1 το κείμενον του Παυσανίου θα έδιδεν αφορμήν να υποθέση τις ότι η εικών του Πολυγνώτου, ως και εκείνη ήν περιγράφει ο Φιλόστρατος, παρίστα τον Αχιλλέα εις στιγμήν καθ' ήν η πανουργία του βασιλέως της Ιθάκης δεν είχε φέρει ακόμη το αποτέλεσμά της.
Τουναντίον ο Αθηνίων όστις έζη ίσως περί τα τέλη του τετάρτού αιώνος είχε γράψει εικόνα μετά έξ ατόμων εν οίς εφαίνετο ο Αχιλλεύς ανακαλυφθείς ήδη υπό του Οδυσσέως εν μέσω των θυγατέρων του Λυκομήδους2.
Ο Αθηνίων λοιπόν είχε πιθανώς εκλέξει έν τω έργω την αυτήν στιγμήν ήν και ο Πολύγνωτος του έργου δε τούτου την μνήμην διέσωσεν ημίν η φαρέτρα της Νικοπόλεως.
Μετά της παραδόσεως του Αθηνίωνος οφείλομεν να σχετίσωμεν πέντε τοιχογραφίας της Πομπηϊας. Η μία εξ αυτών θα μας έδιδε μάλιστα ακριβή ιδέαν του έργου του ζωγράφου τούτου3. Ως εκείνο περί είχεν εξ άτομα κύρια , τον Αχιλλέα κρατούμενον υπο του Διομήδους και Οδυσσέως καθ' ήν στιγμήν δράττεται των όπλων και φαίνεται λαμβάνων απειλητικήν στάσιν εναντίον φαντασιώδους εχθρού. Αριστερά σαλπιγκτής σαλπίζων, δεξιά η Δηιδάμεια έντρομος, εν μέσω δε του συμπλέγματος ο Λυκομήδης. Τα δύο άλλα πρόσωπα ας τα ονομάσωμεν στρατιώτας ισταμένους εκατέρωθεν του βασιλέως, ίνα συμπληρώσωσι το σύμπλεγμα1.
Εις την αυτήν σειράν ανήκουσι τρία Μωσαϊκά προερχόμενα διαδοχικώς εκ Πομπηίας, εκ Βιέννης (Γαλλίας) και εκ Σπάρτης2. Ανάγλυφον του Μουσείου του Καπιτωλίου3 και αι πλείσται των γλυφών των σαρκοφάγων, ας εμελέτησεν ο Jahn και είτα ο Robert4.
Εις τας σαρκοφάγους ταύτας παρατηρείται εισαγωγή νέων προσώπων. Πλέον ή άπαξ φαίνεται ο Νεοπτόλεμος παιδίον προσπαθούν μετά της μητρός του να κρατήσωσι τον Αχιλλέα5. Ενίοτε ωσαύτως η σκηνή παρίσταται εις στιγμάς διαφορετικάς εκείνης ήν είχεν εκλέξει ο Αθηνίων. Οτέ μεν ο Αχιλλεύς παίζει την λύραν μετά της Δηιδαμείας, του σαλπιγκτού ηχούντος την σάλπιγγα, ήτις θα αναγκάση τον ήρωα να φωραθή6, οτέ δε ούτος οπλίζεται δια να απέλθη εις Τροίαν7 ή αποχαιρετά την Δηιδάμειαν8.
Το ανάγλυφον του Καπιτωλίου παρουσιάζει περίεργον λεπτομέρειαν. Τον σαλπιγκτή αναπληροί πρόσωπον παίζον τον αυλόν αντί να ηχή την σάλπιγγα, ως λέγει η παράδοσις.
Μόνον την σκηνήν της αναχωρήσεως του Αχιλλέως ή του Νεοπτολέμου δεν επεχείρησαν να ανεύρωσιν επί Αττικών τινών αγγείων μετ' ερυθρών εικόνων. Μέχρι τούδε όντως ουδέν των αγγείων τούτων δεικνύει ημίν τον Αχιλλέα ανακαλυφθέντα υπο του Οδυσσέως ή παίζοντα την λύραν εν μέσω των θυγατέρων του Λυκομήδους. Τούτο βεβαίως δεν είνε τυχαίον γεγονός. Ο Παυσανίας, ως ανωτέρω είπομεν, ηπόρει ότι ο Πολύγνωτος επελήφθη θέματος τοιούτου είδους, η δε απορία του είνε αρκετά εύληπτος. Η μυθική αύτη παράδοσις δεν κατέστη εντελώς λαϊκή ειμή πολύ βραδύτερον μετά τον Πολύγνωτον. Η γυναικεία μεταμφίεσις του υιού του Πηλέως και η ζωή αυτού μεταξύ των θυγατέρων του βασιλέως της Σκύρου απέδιδον εις την μυθικήν ταύτην παράδοσιν πορειάν ερωτικής περιπέτειας αξίας να αρέσκη εις την Ελληνιστικήν εποχήν και δι' αυτόν ίσως τον λόγον ευρίσκεται συχνά επί σαρκοφάγων του τρίτου και του δευτέρου αιώνος.
Η συλλογή των ζωγράφων των Αττικών αγγείων δεν είνε άλλως τέ πολύ πλουσία. Αποτελείται από κοινοτοπίας τινάς, ων πλείσται δύνανται να χρησιμεύσωσι προς παράστασιν διαφόρων σκηνών, δι' απλής μεταβολής επιγραφών ή δευτερευουσών λεπτομερειών. Όθεν ο μύθος του Αχιλλέως εν Σκύρω ήτο λίαν χαρακτηριστικός είτε όπως εξαλειφθή ευκόλως και χρησιμεύση προς αναχάραξιν ετέρων σκηνών της τρεχούσης συλλογής είτε όπως σχετισθή ευκόλως προς τινά των τότε υφισταμένων κοινοτοποιών.
Δεν συνέβαινε το αυτό όσον αφορά την αναχώρησιν του Αχιλλέως ή του Νεοπτολέμου εγκαταλείποντος την Διηδάμειαν. Αύτη συνεχέετο μετά της κοινοτοπίας της αναχωρήσεως νέου πολεμιστού, ήτις εύρηται επί εικόνων πολλών αγγείων.
Τινές ενόμισαν ότι αναγνωρίζουσι την σκηνήν της αναχωρήσεως του Αχιλλέως επι τινος κυπέλλου εκ κέρατος έχοντος το βάθος μέλαν. Επί του κυπέλλου τούτου θα ανεύρισκέ τις τα κύρια πρόσωπα του επεισοδίου της Σκύρου, τον Λυκομήδην, Δηιδάμειαν και τας αδελφάς της, τον Αχιλλέα ίσως δε μάλιστα και τον Οδυσσέα. Αλλ' ουδέν αποδεικνύει ότι πρόκειται περί σκηνής μάλλον αναχωρήσεως ή αφίξεως. Εκτός τούτου παρίσταται και η Άρτεμις, ής η παρουσία δυσκόλως εξηγείται, η δε υπο του Lölir προταθείσα εξομοίωσις μένει αμφίβολος1.
Το κύπελλον το δημοσιευθέν εις τα Annali του 1834 σελ. 296 είνε πολύ ηλλοιωμένον ώστε δεν δύναται τις να αναγνωρίση μετά βεβαιότητος τον Αχιλλέα αποσπώμενον εκ της αγκάλης της Δηιδαμείας. Προσθετέον δε ότι η δήθεν Δηιδάμεια ουδόλως έχει το ύφος γυναικός κωλυούσης τον σύζυγόν της να απέλθη. Θα ενόμιζέ τις μάλλον ότι ζητεί να εμποδίση τον βραχίονα προσώπου ετοίμου να πλήξη γυναίκα ισταμένην έμπροσθέν του.
Κατιόντες θα ίδωμεν ότι η σκηνή της αναχωρήσεως του Νεοπτολέμου είνε η μόνη ήν δυνάμεθα να επανεύρωμεν μετ' ασφαλείας επί γεγραμμένων αγγείων.
Εν τη φιλολογία ο μύθος του Αχιλλέως μετέπεσεν από της εποποιίας εις την τραγωδίαν. Ο Σοφοκλής και Ευριπίδης, ως έφθημεν ειπόντες, είχον αμφότεροι ποιήσει τραγωδίας υπο το όνομα «Σ κ ύ ρ ι ο ι». Εάν το έργον του Ευριπίδου φαίνεται έχον σχέσιν προς την ιστορίαν του Αχιλλέως, δεν συμβαίνει το αυτό ως προς το του Σοφοκλέους. Ο Tyrwhitt και ο Robert φρονούσιν ότι ως θέμα είχε την αναχώρησι του Νεοπτολέμου εκ Σκύρου1. Εν τοις σωζομένοις αποσπάσμασι γίνεται λόγος περί πολεμιστού αποθανόντος νέου, και τον οποίον θρηνεί ο υιός του αποτεινόμενος προς τινα γέροντα. Ο πολεμιστής ούτος ίσως είναι ο Αχιλλεύς. Μόλις έχει φονευθή και ο υιός του Νεοπτόλεμος θρηνεί τον θάνατό του. Ο γέρων θα ήτο ο Λυκομήδης. Είνε πιθανόν ότι το υπόλοιπον της τραγωδίας συνεπληρούτο δια της αφίξεως του Οδυσσέως και του Διομήδους2, οίτινες απήγαγον εκ Σκύρου τον Νεοπτόλεμον εις την πολιορκίαν της Τροίας3.
Κατά τον πρώτον αιώνα μ.Χ. η ιστορία της ανατροφής του Αχιλλέως εν Σκύρω εγράφη δια μακρών υπο του Στατίου εν τη Αχιλληϊδι του, ήτις έμεινεν ημιτελής. Αύτη άρχεται από της στιγμής καθ' ήν η Θέτις βλέπουσα να αναχωρή το πλοίον εφ' ού επέβαινον ο Πάρις και η Ελένη, προμαντεύει τον πόλεμον της Τροίας και τας εξ αυτού συνεπείας. Παρακαλεί εις μάτην τον Ποσειδώνα να καταποντίση το πλοίον και τους επ' αυτού επιβαίνοντας, οίτινες θα προκαλέσωσι τον πόλεμον και τον θάνατον του υιού της. Τότε αποφασίζει να κρύψη τον Αχιλλέα εις Σκύρον. Το ποίημα καταλήγει καθ' ήν στιγμήν ο Αχιλλεύς απαχθείς εκ Σκύρου όπως μεταβή εις την πολιορκίαν της Τροίας, διηγείται εις τους συνταξειδιώτας αυτού τον βίον και τας περιπετείας του.
Και ο μεσαίων ησχολήθη εις τον μύθον τούτον. Χειρόγραφόν τι του 12ου αιώνος διασώζει ημίν επιστολήν γραφείσαν κατά το ύφος του Οβιδίου και εμπνευσθείσαν προ παντός υπο των «Ηρωϊδων» του.Λέγεται ότι η Δηιδάμεια απέστειλε ταύτην προς τον εν Τροία, ευρισκόμενον Αχιλλέα4.
Τέλος κατά τον 13ον αιώνα ο μύθος ούτος δίδει θέμα εις τον Μεταστάσιον να ποιήση τραγωδίαν1.
Ο μύθος του Νεοπτολέμου εν Σκύρω ενέπνευσεν ολιγώτερον τους καλλιτέχνας. Ήττον χαρακτηριστικός του μύθου του πατρός του, ηδύνατο να καταστή αφορμή φιλολογικών έργων ως τα του Κοϊντου Σμυρναίου2, χωρίς να πληροί και τας αξιώσεις της ζωγραφικής και της γλυπτικής, αίτινες χρήζουσι θεμάτων γνωστών και σαφών. Επί πλέον η ταυτότης ενίων σημείων της ιστορίας του προς εκείνα της του πατρός του θα ηνάγκαζε τους καλλιτέχνας να θυσιάσωσι την μίαν εξ αυτών βεβαίως ουχί την του Αχιλλέως, ως του μάλλον γνωστού.
Άνευ των επιγραφών δεν θα ηδυνάμεθα να βεβαιώσωμεν, ότι η σκηνή η παρισταμένη επί κρατήρος τινός του Λούβρου παριστά το Νεοπτόλεμον καθ' ήν στιγμή ούτος εγκαταλείπει τον Λυκομήδην και την Δηιδάμειαν ˙ είνε η συνήθης σκηνή της αναχωρήσεως παρισταμένη ως ηρωϊκή δι' ονομάτων ληφθέντων εκ του έπους3.
O Engelmann διατείνεται ότι ανεγνώρισε την αυτήν σκηνήν επι υδρίας του Ermitage4. Αλλά και πάλιν είνε αδύνατον να αποδείξωμεν εάν πρόκηται περί της αναχωρήσεως του Νεοπτολέμου ή περί εκείνης της του Αχιλλέως. Άλλως τέ δυνάμεθα να επαναλάβωμεν την αυτήν ερώτησιν ήν και δια το εκ κέρατος κύπελλον, εάν δηλ. ευρισκώμεθα προ σκηνής αναχωρήσεως επί του κρατήρος του Λούβρου.
Επί εικόνος γραφείσης υπο του Φιλοστράτου, ο Φοίνιξ σταλείς εις Σκύρον προς ανακάλυψιν του Νεοπτολέμου και οδηγίαν αυτού εις την πολιορκίαν της Τροίας, αναγνώριζεν εκ της καλλονής και της ευγενείας του προσώπου τον υιόν του Αχιλλέως προορισθέντα εις το να φυλάττη τα ποίμνια υπό του Λυκομήδους και της Δηιδαμείας, οίτινες ήθελον να αποτρέψωσιν αυτόν από του στρατιωτικού επαγγέλματος, όπως μη λάβη την τύχην του πατρός του Αχιλλέως.
Ο ζωγράφος περιέβαλε τον Νεοπτόλεμον χιτώνα λευκόν διήκοντα μέχρι γονάτων, υπεράνω του οποίου ήτο ερριμμένος μανδύας εκ πορφύρας ανεχόμενος εκ του αριστερού ώμου και κρατούμενος δια της δεξιάς χειρός. Το βλέμμα του Νεοπτολέμου εστρέφετο προς την θάλασσαν, ήν διέσχιζε πλοίον διερχόμενον. Εν τη πεδιάδι, ής δεξιόθεν εδέσποζεν όρος, αίγες και βόες έβοσκον τήδε κακείσε πλανώμενοι ως ανεπιτήρητοι1.
Τούτο είνε το μόνον έργον μετά τον κρατήρα του Λούβρου, το οποίον ανευρίσκομεν μετά βεβαιότητος την μυθικήν παράδοσιν του Νεοπτολέμου εν Σκύρω2.
Επί των καλλιτεχνικών τούτων απεικονίσεων ενεκύψαμεν καθόσον αι αρχαιότεραι εξ αυτών σχετίζονται στενώτατα προς το σπουδαιότερον γεγονός της ιστορίας της Σκύρου. Ουδεμία τούτων είνε προγενεστέρα της αλώσεως της νήσου υπό του Κίμωνος. Αύτη λοιπόν είνε η αφορμή των εικόνων τούτων, είνε δε γεγονός αρκετά σπάνιον εν Αθήναις η εμφάνισις σειράς έργων καλλιτεχνικών προκληθείσα υπο ιστορικού γεγονότος. Αυτοί μάλιστα οι Μηδικοί πόλεμοι πολύ ολίγον είχον επηρεάσει την σύγχρονον τέχνην3. Συμπεραίνομεν λοιπόν ότι η άλωσις της Σκύρου υπήρξεν εξαιρετικώς ευχάριστος τοις Αθηναίοις, ων αί αξιώσεις επί της νήσου εχρονολογούντο άφ' ότου κατέλαβον την Λήμνον και Ίμβρον ήτοι προ 75 ετών. Το δημοφιλές άλλως τε του Κίμωνος συντελεί τα μέγιστα εις την επήρειαν ενός των κατορθωμάτων του επί της τέχνης της εποχής του.
Και η νεωτέρα ζωγραφική δεν απηξίωσε να ασχοληθή εις τον μύθον της ανατροφής του Αχιλλέως εν Σκύρω μεταξύ των θυγατέρων του Λυκομήδους. Εν τη παλαιά πινακοθήκη του Μονάχου είδομεν μεγάλην εικόνα παριστώσαν τον μύθον τούτον, έργον του διασήμου ζωγράφου Jan van Bochhorst.

 

Δ.ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ-1909 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΣΚΥΡΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'

 

 

 
< Προηγ.