17.10.17
ΑΡΧΙΚΗ
 
ΑΚΜΑΙΟΣ ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΚΥΡΟ

Ακμαίος προϊστορικός οικισμός στη Σκύρο.
ΠΕΓΚΥ ΚΟΥΝΕΝΑΚΗ

palamarianaskafes.jpg.jpgΝέα ανασκαφικά ευρήματα που αποκαλύφτηκαν στο Παλαμάρι της Σκύρου, επαναπροσδιορίζουν τη θέση του προϊστορικού οικισμού, στον πολιτισμό του βορειοανατολικού Αιγαίου στη διάρκεια της πρώιμης χαλκοκρατίας και στην αρχή της μέσης. Η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε πρόσφατα έναν ακμαίο οικισμό, καλά διατηρημένο, από τον οποίο έρχονται στην επιφάνεια σταθερά και σίγουρα ανασκαφικά στοιχεία που επιτρέπουν στους επιστήμονες να προχωρήσουν σε συγκεκριμένα συμπεράσματα, για πρώτη φορά ίσως γι' αυτή την ιστορική περίοδο.


Η χρονολόγηση της τελευταίας περιόδου της πρώιμης χαλκοκρατίας, θεωρείται ένα από τα μεγάλα προβλήματα της σύγχρονης έρευνας. Απασχολεί ιδιαίτερα τους μελετητές του προϊστορικού Αιγαίου τα τελευταία χρόνια, καθώς συνδέεται άμεσα με την ανίχνευση των σημαντικών αλλαγών που προήλθαν στο χώρο αυτό κατά την κρίσιμη περίοδο, πρίν και μετά τη στροφή της 3ης προς την 2η χιλιετία.
Έτσι, τα ακέραια αντικείμενα που αποκαλύπτονται στο Παλαμάρι της Σκύρου, δίνουν τη δυνατότητα στους αρχαιολόγους να ερμηνεύσουν τη σημασία του για τη διερεύνηση των σχέσεων βορειοανατολικού Αιγαίου - βορειοδυτικής Μικράς Ασίας με τις Κυκλάδες και την Ηπειρωτική Ελλάδα μέσω των θαλασσινών δρόμων του Αιγαίου∙ η γεωγραφική θέση του νησιού επιτρέπει να υποθέσει κανείς ότι το Παλαμάρι έπαιξε κάποιο μικρό ή μεγαλύτερο ρόλο στις επαφές αυτές.
Η θέση του προϊστορικού οικισμού Παλαμάρι βρίσκεται στο βόρειο άκρο της Σκύρου, στην κορυφή μικρού ακρωτηρίου που κλείνει τη βόρεια πλευρά του ομώνυμου όρμου. Η θέση επισημάνθηκε το 1979 και από επιφανειακή έρευνα, η έκτασή της εκτιμήθηκε τότε, σε τουλάχιστον δέκα στρέμματα. Το 1981 πραγματοποιήθηκε η πρώτη ανασκαφική έρευνα σε δύο τομείς. Αποκαλύφθηκαν λείψανα περιβόλου, θεμέλια οικιών και κεραμεική, που δείχνει κατοίκηση του χώρου από την πρώιμη Χαλκοκρατία 11 εως και την πρώιμη φάση της Μέσης Χαλκοκρατίας. Υπήρχε το μοναδικό λιμάνι της περιοχής, γι' αυτό άλλωστε δημιουργήθηκε εκεί ο προϊστορικός οικισμός.
Η ανασκαφή γίνεται από το Υπουργείο Πολιτισμού και το δήμο Σκύρου. Υπεύθυνες είναι οι αρχαιολόγοι Λ ι ά ν α Π α ρ λ α μ ά, Μ α ρ ί α Θ ε ο χ ά ρ η, Ε λ ι σ ά β ε τ Χ α τ ζ η π ο ύ λ ι ο υ - Κ α λ λ ί ρ η και τεχνικός σύμβουλος για τη συντήρηση ο χημικός Ν ί κ ο ς Μ π ε λ ο γ ι ά ν ν η ς.
«Τα κύρια χαρακτηριστικά του οικισμού - λέει η αρχαιολόγος Λιάνα Παρλαμά - είναι η συνεχής ανακατασκευή μεγαρόσχημων σπιτικών. Συναντούμε καλοφτιαγμένα λιθόκτιστα κτιριακά αγροκτήματα, με μεγάλα στεγασμένα δωμάτια που επικοινωνούν μεταξύ τους. Σε μια περίπτωση μάλιστα έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξη πρώτου ορόφου και πρόσφατα βρέθηκε και η λίθινη εξωτερική σκάλα που συνέδεε τους δυο χώρους. Οι τοίχοι των σπιτιών έχουν πάχος 75-100 εκατ., γεγονός που αποδεικνύει την οικοδομική δυνατότητα των εργατών. Λέγεται, ότι η ποιότητα ζωής των ανθρώπων αποδεικνύεται από την ποιότητα των καταλοίπων, αποδεικνύει πως οι κάτοικοι του οικισμού δεν ήταν πρωτόγονοι. Η στέγη των σπιτιών είχε δοκάρια από κέδρο -υπάρχουν κέδροι στο νησί -και καλυπτόταν από φύκια και καλάμια. Η τελική επίστρωση της στέγης γινόταν με μελάγγη (μελανή γή), ορυκτό χώμα της Σκύρου μπλέ χρώματος, που το χρησιμοποιούσαν ως μονωτικό υλικό, κάτι που γινόταν άλλωστε ως πρόσφατα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η στέγη καλυπτόταν από σχιστόπλακες. Τα δάπεδα ήταν από πατητό χώμα και σε μια περίπτωση υπάρχει λιθόστρωτο. Πόρτες υπάρχουν σε όλα τα δωμάτια, σε ύψος εως και 1,70 εκατ. Και τις συναντούμε στον ίδιο άξονα».
Η κ. Παρλαμά διαπιστώνει ότι στα δωμάτια η οικοσυσκευή έχει διατηρηθεί σε άριστο βαθμό, εξ αιτίας μιας βιαστικής εγκατάλειψης, πιθανόν ενός σεισμού. Τα χρηστικά αντικείμενα θάφτηκαν, οι άνθρωποι δεν γύρισαν να τα αναζητήσουν. Η οικοσυσκευή βρίσκεται, αρκετές φορές στο πάτωμα. Πρόκειται για μαγειρικά σκεύη, πιθάρια διαφορετικών μεγεθών, ρηχά πιάτα και ένας μεγάλος αριθμός λίθινων εργαλείων, όπως μυλόπετρες, γουδιά και τριπτήρες. Βρέθηκαν και χάλκινα αντικείμενα, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι κάτοικοι του οικισμού γνώριζαν τα μέταλλα. Και όχι μόνο τα γνώριζαν, αλλα φαίνεται, ότι κατασκεύαζαν οι ίδιοι αντικείμενα από χαλκό, μόλυβδο και οψιανό.
Η ανασκαφή έχει αποκαλύψει πλήθος από πήλινα αντικείμενα, που αποδεικνύουν όχι μόνο εγχώρια παραγωγή, αλλά υπάρχουν ενδείξεις ότι γνώριζαν να κατασκευάζουν αγγεία όμοια εκείνων που συναντώνται στον υπόλοιπο αιγαιακό χώρο. Στα σπίτια, υπάρχουν φούρνοι και εστίες , τουλάχιστον μια κατασκευή σε κάθε δωμάτιο. Ακόμη, έχουν βρεθεί υπολείμματα τροφών από αιγοειδή, βοοειδή και θαλασσινά όστρακα. Ας σημειωθεί, ότι τα κόκαλα των ζώων όπως και τα όστρακα, τα χρησιμοποιούσαν ως εργαλεία και ως κοσμήματα. Τέλος, έχει αποδειχθεί ότι για το κτίσιμο των σπιτιών χρησιμοποιούσαν 35 διαφορετικών ειδών πέτρες.
Οι ενδείξεις από την κεραμεική αποδεικνύουν ότι ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε στο συγκεκριμένο κομμάτι της Σκύρου, εντάσσεται σ' αυτόν του ΒΑ Αιγαίου με κέντρο την Πολιόχνη της Λήμνου και την Τροία. «Τα τελευταία δέκα χρόνια - συμπληρώνει η κ. Παρλαμά - η ελληνική ανασκαφική δραστηριότητα στο βόρειο Αιγαίο, φέρνει συνεχώς στην επιφάνεια νέα στοιχεία. Παρόμοιες ενδείξεις με τη Σκύρο και τη Λήμνο υπάρχουν και στην Ίμβρο. Πιστεύουμε, πως αν γίνονταν κι εκεί ανασκαφές θα έρχονταν στην επιφάνεια οικισμοί ίδιου μεγέθους και σημασίας.
Η Σκύρος πρέπει να υπήρξε γέφυρα -σταθμός, ανάμεσα στη Μικρά Ασία και την κυρίως Ελλάδα. Φαίνεται να είχε επαφές με την Ανατολή και τη Δύση. Όπως ήταν φυσικό επηρεαζόταν και από τις δύο πλευρές. Το σίγουρο, όμως, είναι πως ο προσανατολισμός της ήταν προς το βόρειο χώρο».
Οι νέες ανακαλύψεις στο Παλαμάρι της Σκύρου, ταυτόχρονα με τις ανασκαφικές εργασίες στη Μϋρινα και το Κουκονήσι της Λήμνου, και άλλες παλιότερες στη Σαμοθράκη, τη Λέσβο και τη Χίο, αποδεικνύουν κατά τους αρχαιολόγους την ύπαρξη ενός πολιτισμού στο ΒΑ Αιγαίο με κέντρο την Πολιόχνη. Σ' αυτό το σύμπλεγμα πιστεύουν τώρα πια οι επιστήμονες ότι εντασσόταν και η Τροία, γεγονός που ανατρέπει τις μέχρι σήμερα θεωρίες που τη θέλουν κυρίαρχη του αιγαιακού χώρου και των μικρασιατικών παραλιών.

(Αναδημοσίευση από την εφημερ.
«Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 28 Μαίου 1995, σελ. 37).