Τα λεωφορεία της άγονης γραμμής

a.roptro.sima.jpg.jpgΤα λεωφορεία της άγονης γραμμής

 

του Άγγελου Ποθητάκη

 

 Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ο κεντρικός δρόμος του Αυλωναρίου, η «αγορά», ήταν γεμάτη καταστήματα. Στην αριστερή πλευρά, αυτός που ανέβαινε από την πλατεία του Γιαννίκου, συναντούσε το παντοπωλείο του Αποστολίδη (εκεί που είναι σήμερα το καφενείο του Μητσάκη) και μετά στη σειρά το δικηγορικό γραφείο του Παναγιώτη Αναστασόπουλου, το καφενείο του Κουρβαντά και στον όροφο το οδοντιατρείο του Κώστα Χροναίου, τα παντοπωλεία του Κούκη και του Πανταρόλα, στο βάθος του διάδρομου ο φούρνος, μετά το ταβερνείο του Ελληνόγιαννη και στον όροφο το Ταχυδρομείο, το χασάπικο του Πατέτα, το μπακάλικο του Σοφοκλή Σταματίου, το κουρείο του Βλάχου, τα τσαγκάρικα του Γιάνναρου και του Φόρα, το φαρνατζήδικο του Σταμούλη, τη ταβέρνα του Γεωργιάδη, το ραφείο του Γιαννάκου, τα ηλεκτρικά του Διαμαντίδη, το καπνοπωλείο-πρακτορείο εφημερίδων της Μαρίτσας, το ραφείο του Σούλη, το μαγαζί του Παπλωματά,

το εμπορικό του Σουρέλου, το ξυλουργείο των Μπλαγήδων, το κατάστημα του Αρακόγιωργη, το τσαγκάρικο του Τζιτζή, τα ηλεκτρικά του Μάγκου, το χασάπικο του Μπίτοκλη, το παπουτσάδικο του Κολιομαθέ, το μπακάλικο του Μεάδεια, το καφενείο του Πλήξου, το τσαγκάρικο του Γεωργόλεκα, έφτανες στο ξυλουργείο του Μαρδίκα και κατέληγες στο περίφημο γύφτικο του Κολιάρα. Από την άλλη, τη δεξιά πλευρά, σε αυτόν που ανέβαινε, άρχιζες από το φαρνατζήδικο του Κωτσαργύρη (εκεί που σήμερα στεγάζει τη συλλογή του ο Σταμάτης Χρυσοστάλης), εύρισκες στο κτίριο του ΟΤΕ το δικηγορικό γραφείο του πατέρα μου του Μπαντανόγιαννη, συνέχιζες στο υπόγειο καφενείο του Ντάσκα, συναντούσες το καφενείο του Τουλόγιαννη, και στη κατηφόρα για το Πόρο, στο κτίριο του Κολιάκα, την Αστυνομία, το χαρτοπωλείο-ψιλικατζήδικο του Κίμωνα και το Ειρηνοδικείο, απέναντι τους, στα υπόγεια του κτιρίου του Βαρελά, το Μονοπώλιο και το τσαγκαράδικο του Τσακαντά, στο ισόγειο το παντοπωλείο του Γκαρίλου και το φαρμακείο του Ευτύχιου, στη συνέχεια το ραφείο του Γιαννόραφτη, το υπόγειο χασάπικο-ταβερνείο του Ζέρβα, το σπίτι του γιατρού του Ποθητάκη, κολλητά το παπουτσάδικο του Πάγκα, μετά το κουρείο του Φραγκή, το καφενείο-κουρείο του Σταστούλη, το καφενείο του Βέλιου, το φωτογραφείο του Ντούνα, το κουρείο του Μπαρμπέρη, το καφενείο του Μπαντάκου, όπου γινόντουσαν και οι πλειστηριασμοί, το εμποροραφείο του Τσαχλή, στον όροφο του Κλίτσου το πλεκτήριο της Αικατερίνης Καγκέλη, μετά το ραφείο του Νικολαίδα, τα γραφεία του Γεωργικού Συνεταιρισμού, τα καφενεία του Σουρέλου και του Τσίμπλη, περνούσες το σπίτι του Ξυράφη που ήταν παλιά ταβερνείο και το σπίτι των Παπαστρατήδων, όπου, μέχρι την ανακαίνιση του, το 1970, έβλεπες τους δοκούς που στήριζαν τα ράφια φαρμακείου που διατηρούσε ο Θρασύβουλος Παπαστρατής, στις αρχές του αιώνα και έφτανες στο φαρνατζίδικο του Καλόγηρου και στην διάστρα της Ξενιώς.* Πλήθουσα ήταν η αγορά καθημερινά. Αδιάβατο το τρίγωνο ανάμεσα στο καφενείο του Τουλόγιαννη και τα μπακάλικα του Γκαρίλου και του Κούκη. Ιδιαίτερα τις μέρες που συνεδρίαζε το Ειρηνοδικείο η κυκλοφορία ήταν ασφυκτική, πλάτη με πλάτη κυκλοφορούσαν οι άνθρωποι. Σε αυτή την αγορά έκανε τα ψώνια του ο κόσμος του Αυλωναρίου και των γειτονικών χωριών, των ίδιων που συγκροτούν και σήμερα τον Καποδιστριακό «Δήμο Αυλώνος», δηλαδή Αγιωργίτες, Αυλωναρίτες, Αχλαδεριώτες, Βαρυπομπαίοι, Κουρβουναίοι, Λαλαίοι, Μπουζαίοι, Οκτωνιάτες, Οριώτες, Πυργιώτες, Ωρολογιάτες. Τότε, η επικοινωνία των κατοίκων των γειτονικών χωριών με το Αυλωνάρι, γινόταν πεζή και με τα ζώα. Με τα άλογα τους έφερναν και οι Πετριώτες τα ψάρια τους, μέσα σε κοφίνια σκεπασμένα με φτέρες και περασμένα σε βούρλα. Τα πουλούσαν συνήθως στα σκαλιά του Γκαρίλου, τα μεγάλα ψάρια τα έκοβαν φέτες και τα πουλούσαν με κλήρους, μία που έπρεπε να καταναλωθούν αμέσως αφού δεν υπήρχε πάγος και ψυγεία για να τα συντηρήσουν. Το οδικό δίκτυο ήταν σε άθλια κατάσταση. Μόλις είχε ασφαλτοστρωθεί η «επαρχιακή οδός Λεπούρων-Κύμης». Οι υπόλοιποι καρόδρομοι, όπως τους έλεγαν, που ένωναν τα χωριά με τη δημοσιά, ήταν σε τρισάθλια κατάσταση, χειρότερη και από τη κατάσταση που έχουν σήμερα οι αγροτόδρομοι: χωρίς ερείσματα και χαντάκια στα πλάγια, χωρίς «τεχνικά» και γεφύρια, κάθε χειμώνα ήταν αδιάβατοι από τη λάσπη και τα νερά των ρεμμάτων και κάθε καλοκαίρι δύσβατοι από το αμμοχάλικο του ποταμού με το οποίο τους επέστρωναν για να μην λασπώνουν. Η κυκλοφορία των αυτοκίνητων ήταν ελάχιστη, στα Χάνια ήταν συνηθισμένο να βλέπεις τα παιδιά να παίζουν σε ομάδες μέσα στο κεντρικό δρόμο. Κυκλοφορούσαν κυρίως μερικά φορτηγά που εύκολα κολούσαν, όπως ήταν βαρυφορτωμένα, όπου οι δρόμοι συγκέντρωναν νερά και ιδιαίτερα στις ενώσεις των ρεμμάτων με τους δρόμους. Η διαδικασία της αποκόλλησης τους ήταν επίπονη και χρονοβόρα. Άνοιγαν με φτυάρι το μέρος πριν από τις ρόδες, έβαζαν κλαδιά και πέτρες για να σταθεροποιηθεί το χώμα και μέχρι να ευοδωθεί η προσπάθεια περνούσαν ώρες ατέλειωτες. Βενζινάδικα συναντούσες στο Αλιβέρι (του Νικολάου, του Σκαρλή και του Βράκα) και μετά στις Κονίστρες (του Κατσίκα) και στη Κύμη (του Παυλάκη), οι χειροκίνητες αντλίες είχαν αντικαταστήσει τα κάνιστρα, με τα οποία γινότανε πιό παλιά η πλήρωση των ντεπόζιτων. Μόλις το 1960 άνοιξαν τα βενζινάδικα του Κατέβα (στα Χάνια Αυλωναρίου) και του Καρκαλέτση (στα Λέπουρα). Το ίδιο ελάχιστα ήταν και τα συνεργεία επισκευής αυτοκινήτων, ένα του Σπύρου στο Αλιβέρι και ένα του Λύκου, στις Κονίστρες. Η συγκοινωνία γινόταν με τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ που κυκλοφορούσαν μόνο στη δημοσιά. Το Αυλωνάρι εξυπηρετούσε το λεωφορείο του Οξυλίθου, που περνούσε το πρωί, πηγαίνοντας προς Χαλκίδα, και το μεσημέρι, επιστρέφοντας προς Οξύλιθο από τη πλατεία του χωριού, εξυπηρετώντας παράλληλα και το Οριό. Τα άλλα χωριά, ιδιαίτερα τα ορεινά, ο Αγιώργης, η Οκτωνιά, που τότε ήταν πληθυσμιακά το μεγαλύτερο χωριό και το μόνο που διατηρούσε εξατάξιο δημοτικό σχολείο, και η Αχλαδερή, που τότε ήταν συγκεντρωμένη στον ομώνυμο οικισμό, γιατί δεν είχε αναπτυχθεί οικιστικά το Μαντράκι, υπέφεραν από την έλλειψη συγκοινωνίας. Η Αχλαδερή μόλις το 1957, επι προεδρίας Κώστα Κάργα, απόκτησε πρόσβαση σε καρόδρομο και μόλις το 1961, με αποφασιστικές ενέργειες του Χαράλαμπου Λάμπρου, χώρο για να σταθμεύουν αυτοκίνητα μέσα στον οικισμό. Η αδυναμία του ΚΤΕΛ να εξυπηρετήσει την συγκοινωνία των ορεινών περιοχών αντιμετωπίσθηκε με τα «λεωφορεία άγονων γραμμών». Στη περιοχή μας τα «λεωφορεία» αυτά λειτούργησαν για τριάντα περίπου χρόνια, από το 1957 που πρωτοκυκλοφόρησαν μέχρι το 1977-1980 που εντάχθηκαν στο ΚΤΕΛ. Ήταν τα αυτοκίνητα που συνέδεσαν τα ορεινά χωριά με τα κέντρα της περιοχής. Στη επαρχία της Καρυστίας τέτοια κέντρα υπήρξαν το Αλιβέρι, που τότε άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία με την λειτουργία του θερμοηλεκτρικού εργοστασίου, η Κύμη και η Κάρυστος. Για το Αλιβέρι δρομολογήθηκαν δώδεκα λεωφορεία που ξεκινούσαν, καθημερινά εκτός Κυριακής, από το Αργυρό, τον Δύστο, τον Γαβαλά, τις Πετριές, τον ‘Αγιο Λουκά, τον ‘Αγιο Ιωάννη, τα Θαρρούνια, το Παρθένι, το Τραχήλι, το Πράσινο αλλά και τον Αγιώργη και την Αχλαδερή. Για τη Κύμη τρία λεωφορεία, που ξεκινούσαν από τους Ανδρονιάνους, το Κρεμαστό, και το τρίτο που ακολουθούσε τη διαδρομή Πλατάνα-Οξύλιθος-Κουρούνι-Κύμη. Θα παρατηρήσετε ότι χωριά που τότε συντηρούσαν λεωφορείο σήμερα είναι ερημωμένα. Τα πρώτα «λεωφορεία», που κυκλοφορούσαν μέχρι το 1960-1961, ήταν μικρά φορτοταξί ή τζιπάκια που είχαν αφήσει οι συμμαχικές δυνάμεις. Μετά από αυτά κυκλοφόρησαν αυτοκίνητα με 24 ή 28 θέσεις Το πρώτο «λεωφορείο» που δρομολογήθηκε στην Αχλαδερή είχε αριθμό κυκλοφορίας Α5780 και ήταν ένα Huber, παλιό στρατιωτικό 7 θέσεων, με δεξί τιμόνι και τέσσερις πόρτες που άνοιγαν από μπροστά προς τα πίσω. Το αυτοκίνητο αυτό είχε μοιραίο τέλος στο τρίτο, μόλις, ταξίδι του, στις 21 Αυγούστου 1957. Ανατράπηκε, λίγο πριν φθάσει στο Μαντράκι, στη στροφή του Κλεάνθη με αποτέλεσμα να σκοτωθούν ο οδηγός του, Γεώργιος Τσόκας, και ο επιβάτης, Αγγελής Κούρτης, και να τραυματισθούν οι υπόλοιποι επιβάτες. Το αντικατέστησε, με ιδιοκτήτη και οδηγό τον Γιάννη Τσόκα, που συνέχισε να εξυπηρετεί την γραμμή μέχρι την ένταξη της στο ΚΤΕΛ το 1978, ένα νέο Huber, που είχε αριθμό κυκλοφορίας 30.028 και, το 1961, το αντικατέστησε με ένα Studebauker 24 θέσεων, που είχε αριθμό κυκλοφορίας 335193 και αργότερα, περί το 1970, με ένα Mercedes. Το πρώτο λεωφορείο του Αγιώργη ήταν επίσης ένα φορτοταξί. Το κυκλοφόρησε ο Χαράλαμπος Κεφάλας, που το αντικατέστησε με ένα κοψομούρικο Mercedes ακαθόριστου τύπου, που είχε 24 θέσεις και αριθμό κυκλοφορίας 240854. Στο λεωφορείο αυτό, που εντάχθηκε στην δύναμη του ΚΤΕΛ το 1979, εργάσθηκε από μικρός, στην αρχή σαν βοηθός και μετά σαν οδηγός ο Μιχάλης Βάσσος, που, το 1984, έγινε ιδιοκτήτης του. Και το λεωφορείο αυτό είχε ένα, αναίμακτο ευτυχώς, ατύχημα. Ανατράπηκε, όταν υπεχώρησε το έρεισμα της δρόμου, στη μέση της διαδρομής Αγίου Γεωργίου-Αυλωναρίου, στις 16 Δεκεμβρίου 1974, ημέρα που γιορτάζει ο ‘Αγιος Μόδεστος και, στο σημείο της ανατροπής, κτίσθηκε η ομώνυμη εκκλησία. Η δρομολόγηση των λεωφορείων αυτών είχε μεγάλο αντίκτυπο ιδιαίτερα στο εμπόριο και στην εκπαίδευση. Οι οδηγοί, εκτός από το δρομολόγιο, στο ενδιάμεσο της αναμονής, εκτελούσαν και ένα πλήθος παραγγελιών και αγορών, από βελόνες και καρφίτσια μέχρι παπούτσια και ρούχα. Το Αγιωργήτικο δεν μείωσε την εμπορική κίνηση του Αυλωναρίου, γιατί ανέβαινε και στην πλατεία του, όπου άφηνε και έπαιρνε τους μαθητές, μαζί και τις παραγγελίες. Όμως η κίνηση της Αχλαδερής προς το Αυλωνάρι άρχισε να μειώνεται και ιδιαίτερα μετά την κυκλοφορία του 24θέσιου λεωφορείου η εμπορική κίνηση του Αυλωναρίου έχασε γρήγορα την πελατεία της Αχλαδερής. Πολύχρονοι δεσμοί που είχαν δημιουργηθεί ανάμεσα στους κατοίκους των δύο χωριών κατέρρευσαν. Αυτή την απώλεια την αισθάνθηκε αμέσως ο εμπορικός κόσμος του χωριού. Γιαυτό ο, τότε δραστήριος και δυναμικός, Εμποροεπαγγελματικός Σύλλογος, με πρόεδρο τον Παναγιώτη Παππά (Πάγκα) προσπάθησε να ισορροπήσει τη κατάσταση μισθώνοντας το λεωφορείο της Αχλαδερής για να μεταφέρει δωρεάν κάθε Κυριακή τους Αχλαδεριώτες στο Αυλωνάρι. Η μίσθωση του λεωφορείου άντεξε ένα περίπου χρόνο. Οι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μπορούσαν πιά να πηγαίνουν στο σχολείο εύκολα και άνετα. Το Αυλωνάρι τότε δεν είχε ακόμα εξατάξιο Γυμνάσιο, αυτό ιδρύθηκε όταν υπουργός παιδείας ήταν ο Γρηγόρης Κασιμάτης. Λειτουργούσε όμως παράρτημα του Γυμνασίου Αλιβερίου, που είχε κεντρικό διδακτήριο το κτίριο κάτω από την Εκκλησία και τριγύρω άλλες αίθουσες σε μισθωμένα δωμάτια. Όσοι ζούσαμε κοντά στο σχολείο βλέπαμε τα παιδιά από τα γύρω χωριά να έρχωνται στο σχολείο με τα πόδια είτε βρεγμένα είτε καταϊδρωμένα και να στεγνώνουν μέχρι να ανοίξουν οι αίθουσες στα σπίτια της γειτονιάς. Πιο ευνοημένα ήταν τα παιδιά του Οριού, γιατί ερχόντουσαν και πήγαιναν με το λεωφορείο. Τα παιδιά από το Νεοχώρι και την Δάφνη μπορούσαν όταν το επέτρεπε ο καιρός να κυκλοφορούν με τα ποδήλατα, ήταν όμως ελάχιστα. Τα παιδιά όμως από τα ορεινά χωριά ήταν υποχρεωμένα στο καθημερινό ποδαρόδρομο. Τα παιδιά της Οκτωνιάς (που το 1959 εντάχθηκε στη γραμμή του ΚΤΕΛ) είχαν μερικές φορές την τύχη να σκαρφαλώνουν στις καρότσες των φορτηγών του χωριού. Περίφημο ήταν το φορτηγό του ΜητσοΜπαράκου, ο Καρνάβαλος, τόσο για το σχήμα του όσο και για τα λουκούμια που συνέχεια του έβαζε ο οδηγός στις τρύπες που υπήρχαν στο ντεπόζιτο του νερού. Τα παιδιά της Αχλαδερής όμως χρησιμοποιούσαν τον δρόμο προς Μαντράκι, όπου δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα, και ήταν υποχρεωμένα να περιμένουν να περάσει η μπόρα στις εκκλησίες του Αγίου Μελέτη και της Αγίας Παρασκευής. Στην πίσω πλευρά των εικόνων, σε αυτές τις εκκλησίες, ακόμα και σήμερα παρατηρεί καθένας τις εγγραφές που έκαναν οι μαθητές της ώρες της αναμονής «13 Γενάρη .... ημέρα Πέμπτη βροχερή». Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 το Αυλωνάρι έχει ηλεκτρικό από την ΔΕΗ, οι κάτοικοι έχουν αποπερατώσει την επέκταση των αιθουσών του Δημοτικού Σχολείου, την κοινωνία του διαιρούσε έντονα το θέμα της Εμποροπανήγυρης και η εμπορική του ακμή φάνταζε ακλόνητη. Με την ανατολή της νέας δεκαετίας την πεποίθηση της ισχύος του ενισχύουν η κατασκευή των κτιρίων του Ειρηνοδικείου και του Γυμνασίου. Ήταν οι τελευταίες αναλαμπές μιάς μακράς περιόδου εμπορικής δύναμης. Το αυτοκίνητο ήταν το πρώτο μέσο που υπέσκαψε αυτή τη δύναμη. Το Αυλωνάρι στάθηκε δίβουλο και αναποφάσιστο στην εκμετάλλευση του. Η πολεοδομική αδυναμία του να υποδεχθεί το καινούργιο μέσο και η αναποφασιστικότητα του να επεκταθεί εκεί που θα εξυπηρετούσε το μέσο στάθηκε μοιραία στη κατοπινή πορεία του. Η συρρίκνωση της εμπορικής του δραστηριότητας είχε αρχίσει.** * Δεν υπήρχε κομμωτήριο εκείνο την εποχή στο Αυλωνάρι. Γιαυτό οι κομψευόμενες της εποχής πήγαιναν και έκοβαν τα μαλλιά τους στο Αλιβέρι, στο κομμωτήριο της Τούλας. Οι επισκέψεις δεν έμειναν ασχολίαστες από τον Κολιοκομπή, που χάρισε στη Τασία του Κουμπαράκη, τη Καλλιόπη του Κωσταπάλα και την Αθηνά του Παύλου, αυτούς τους στίχους: «Τρείς παντρεμένες φύγανε και άφησαν τα παιδιά τους στο Αλιβέρι πήγανε να κόψουν τα μαλλιά τους. Η πρώτη πούλησε κρασί και η άλλη το μπιτόνι, η τρίτη η μικρότερη το χασαπιό σηκώνει». ** Στη καταγραφή αυτή συνέβαλλαν η Ελένη Βάσου, ο Γιάννης Τσόκας και Γιώργης Τζέμης (τραγιάσκας).
 
Επόμ. >