Ο Βρόντος

a.roptro.sima.jpg.jpgΟ Βρόντος

 

 

Δημήτρης Σγούρος

 

Το σπίτι ήταν φτωχικό χαμηλόταβανο, χωρίς αυλή, δυο κάμαρες μικρές, παράγωνες, η μία συνέχεια της άλλης, πλάι στα σκαλοπάτια του Αη-Νικόλα. Μια πέτρινη πεζούλα, που τα βράδια μάζευε τις γειτόνισσες το χώριζε από το δρόμο.

Μπαίνοντας ήταν το κουζινάκι με τα πιατικά, βορινά ένας τσιμεντένιος νεροχύτης, στο τοίχο κρεμασμένο ένα τσίγκινο ντεπόζιτο γεμάτο νερό με βρύση στο κάτω μέρος και στη μέση το ξύλινο τραπέζι με τρεις καρέκλες. Στη γωνία υπήρχε ένα μονό κρεβάτι. Στο άλλο δωμάτιο, ο γιούκος με τα ρούχα, μια παλιά σιφινιέρα κι ένα διπλό σιδερένιο κρεβάτι.

 

Αυτό το σπίτι είχε προίκα η κυρά Βαγγελιώ όταν πήρε άντρα της σε δεύτερο γάμο το Βρόντο. Εδώ γέννησαν τα παιδιά τους, εδώ τα μεγάλωσαν παλεύοντας τη ζωή σώμα με σώμα, εδώ οι χαρές όσες λίγες κι αν ήταν αυτές, εδώ και οι λύπες.

Τα χρόνια άλλωστε ήταν δύσκολα. Δικτατορία, πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος. Μεροδούλι μεροφάι. Δυο χωράφια έσπερναν το φθινόπωρο σιτάρι, το καλοκαίρι στο ένα έβαζαν περιβόλι, με νερό δανεικό από το πηγάδι του γείτονα. Ελιές κολληγικές για το λάδι, προβάτες και γίδες για το κρέας και το γάλα και πολλές κότες. Αυτό ήταν όλο το βιος τους. Και ότι δουλειά βρισκότανε ο Βρόντος δεν έλεγε όχι, αλλά είπαμε δύσκολοι καιροί. Μεροκάματα δεν υπήρχαν, αλλά θελήματα ένα σωρό, τα κουτσοβόλευε. Και η ζωή τραβούσε αργά την ανηφόρα. Πέτρινα χρόνια.

Το καλοκαίρι πάλι έκανε το ταχυδρόμο. Κουβαλούσε με το γαϊδουράκι του καλάθια με τρόφιμα κάθε πρωί στο Κάλαμο και γύριζε νωρίς το απόγευμα. Αυτό μέχρι του Άγιου Παντελεήμονα, που ο κόσμος έφευγε από τη θάλασσα και μαζευότανε πάλι στα σπίτια τους.

Τα χρόνια πέρασαν τα παιδιά έγιναν άντρες και γυναίκες έκαναν δικές τους οικογένειες και τώρα στα γεροντάματα, που έπρεπε να ξεκουραστεί συνέχισε να κάνει τον ντελάλη. Η φωνή του γέμιζε τους δρόμους του χωριού και όλα τα παιδιά τρέχαμε ξοπίσω του, την ώρα που ντελάλιζε να τον ακούσουμε αλλά και να τον πειράξουμε.

«Απόψε στο καφενείο του Γιαννίκου θα μιλήσει ο Βογιατζής, υποψήφιος της ΕΡΕ. Όλοι στην πλατεία του χωριού, να μη λείψει κανένααααας».

Γύριζε το κεφάλι δεξιά κι αριστερά να δει τον άκουσε κανείς; και συμπλήρωνε χαμηλόφωνα.

«Να κι αν πάτε κι αν δεν πάτε» κι έβαζε τα χέρια του ανάμεσα στα σκέλια.

«Βρόντο, φώναχτο πάλι, πιο δυνατά, δεν σ' ακούσαμε», τον πειράζαμε κρυμμένοι στις γωνίες.

«Χαθήτε 'πο τα μάτια μου μπάσταρδα».

Σαν πέρναγε όλη την Αγορά, πάνω κάτω δυο φορές, σταματούσε στο καφενέ του Σταμούλη να ξαποστάσει. Παράγγελνε ξεροσφύρι ένα μισαδάκι, έγλειφε τα μουστάκια του με ικανοποίηση, έπινε μονορούφι το πιοτί να βρέξει το στεγνό του λαρύγγι και αφινότανε μακάρια στην ύψιστη γοητεία του κρασιού. Οίνος ευφραίνει καρδίαν...

 

Εκείνο το απόγευμα του Απρίλη τα σύννεφα άρχισαν να καλύπτουν απειλητικά τον ουρανό του Αυλωναρίου και οι σταγόνες της βροχής όλο και δυνάμωναν. Οι αστραπές που ακολουθούσαν φανέρωναν τη μεγάλη νεροποντή, που όλο και πλησίαζαν από τα βορινά.

Αφίσαμε το παιχνίδι στη μέση, μονότερμα στη πόρτα του Κωτσόπουλου και τρέξαμε να προφυλαχτούμε κάτω από το μπαλκόνι του Μόλαρη, όταν από τη γωνία του Ματσίνου φάνηκε να ανηφορίζει τρεκλίζοντας ο Βρόντος. Τοίχο τοίχο κι αγκομαχώντας, έφτασε μέχρι τη κληματαριά του Λάγιου. Εκεί τα πόδια του τον άφισαν και σωριάστηκε δίπλα στην ξύλινη πόρτα.

Μείναμε έτσι να τον κοιτάζομε κάνοντας απελπισμένα προσπάθεια να ορθοποδήσει και να τραβηχτεί κάτω από το μπαλκόνι για να προφυλαχτεί από τη βροχή. Σέρνοντας το κορμί περισσότερο με τη δύναμη των χεριών παρά με τα πόδια, κατάφερε και καλοκάθησε στο σκαλοπάτι, ακουμπώντας την πλάτη στο τοίχο.

Ο Ντόντος σαν πέρασαν λίγα λεπτά και η βροχή καταλάγιασε, έτρεξε να προλάβει τα μαντάτα στη γυναίκα του. Το σπίτι τους δεν ήταν μακριά, εκατό μέτρα πιο πάνω.

Σαν πέρασαν πέντε λεπτά, φάνηκε να κατηφορίζει η Βρόντενα τυλιγμένη σ' ένα γκρι μουσαμά.

«Κακό χρόνο νάχεις, αφού δε το σηκώνεις πλέα το πιοτί», μουρμούρισε πλησιάζοντας.

«Έλα Βαγγελιώ να δεις το Βρόντο σου, πάλι μεθυσμένος είναι».

«Κάθε βολά τα ίδια, γέρατσες και το χούι δε τόκοψες», συνέχισε κείνη και προσπάθησε να τον σηκώσει στα πόδια.

«Χάσου μωρή Καπάνα, που θα κόψου το κρασί, δεν έρκομαι σπίτι, δω θα μείνου», αγρίεψε ο Βρόντος.

«Σήκω πάνου γλήγορα γιατί θα σε καπανιάσου, όχι θα μου πεις δεν έρκομαι».

Ο Βρόντος μούγκρησε σα θηρίο, έβγαλε αφρούς από το στόμα, έκανε προσπάθεια να σταθεί στα πόδια του πιασμένος στο χερούλι της πόρτας, αλλά δεν τα κατάφερε. Σωριάστηκε βαρύς κι ασήκωτος στο πλατύσκαλο.

«Θα σε παρατήσου δω χάμου στη βροχή, να σκουλικιάσεις, άχρηστε», φώναξε η Βρόντενα.

«................».

«Ρεζίλι γενίκαμε πάλι, να σε μαζεύου κάθε μέρα 'πο τις πόρτες».

Ο Βρόντος εξηπεντάρης πια, ασπρομάλλης, άξουρος και μουστακαλής, με χακί ντρίλινο παντελόνι, που το 'δενε στη μέση με φαρδύ ζωνάρι και μάλλινη πουκαμίσα, δεν είχε το κουράγιο να τα βάλει με τη κυρά του. Το κρασί του είχε αποκάμει, του 'χε κάψει τα σωθικά, οι δυνάμεις του δεν τον υπάκουαν πια.

Να 'τανε όπως παλιά, που η καρδιά του το 'λεγε και τα χέρια του μπορούσαν, θα 'τρεμαν συθέμελα τα ντουβάρια της γειτονιάς. Μύγα δε σήκωνε στο σπαθί του. Και το 'ξερε αυτό καλά η κυρά-Βαγγελιώ, που τώρα έπαιρνε τη δική της εκδίκηση.

Δε του 'χε συχωρέσει ένα γερό καυγά που 'χανε κάνει μέσα στους τόσους κι ο Βρόντος πάνω στο θυμό τη χτύπησε άσχημα. Αίμα έφτυνε η δόλια μέρες ολάκερες. Κι αυτός χωρίς δεύτερη κουβέντα μάζεψε τα παιδιά και φύγανε από το σπίτι. Όλο το χωριό τότε μαζί κι ο Βρόντος τραγούδησαν.

Εμάθατε τι έγινε

τη πρώτη Δεκεμβρίου

η Βρόντενα εχώρισε

το Βρόντο του χωρίου.

Τώρα πια που να βρει το κουράγιο για τέτοια νταηλίκια. Γέρος κι ανήμπορος, ζει με τη κυρά του στο φτωχικό τους τη μια καλά την άλλη μισόκαλα. Έχει κι αυτά τα αναθεματισμένα τα βροχικά πεσκέσι από τους πολέμους, είναι και το τσιγαριλίκι, που δεν μπορεί να κόψει και τον έχουν γονατίσει. Αυτός ο ντελάλης της Αγοράς που 'τριζαν τα τζάμια στα παράθυρα και οι μουριές έριχναν τα φύλλα τους στη βροντερή φωνή του, να μην έχει λόγο για το ταίρι του. Τι θα λέει ο κόσμος, που τον ξέρει.

Ας είναι όμως. Τώρα κάθε απόγεμα αράζει στο καπηλειό του. Πλήξου σαν κείνα τα σαπιοκάραβα στα λιμάνια, παροπλισμένος, παρέα με το καρντάσι του το Μέντη. Η φιλία τους είχε δέσει από την κατοχή, όταν πήγαιναν στο ποτάμι της Αχλαδερής να ψαρέψουν χέλια και καβούρια να ξεγελάσουν τη πείνα τους. Και μαζί τους είχε κολλήσει κι ο Λαθουράς, χήρος και μόνος, αφού τα παιδιά του φύγανε μετανάστες στην Αυστραλία.

Η μια κούπα έφερνε την άλλη, το κέφι άναβε και σιγοσφύριζαν μετά σκοπούς ρεμπέτικους. Και νάσου τα πειράγματα και τ' αστεία.

«Εγώ είμαι ο Βενιζέλος», έλεγε με καμάρι ο Μέντης.

Ίδιος ήτανε πανάθεμά τον. Άσπρο περιποιημένο μουσάκι, στρογγυλό μεταλλικό γυαλί, φτυστός ο Εθνάρχης. Λες και του 'χες κόψει το κεφάλι, κουκί κι έσκασε. Το γιδοτόμαρο που 'ριχνε στην πλάτη τα χάλαγε λίγο.

«Τότε εγώ είμαι ο Πλαστήρας, ο μαύρος καβαλάρης», συμπλήρωνε ο Βρόντος.

«Κι εγώ ποιος είμαι, ο Κανελλόπουλος»; αναρρωτιόταν με τη σειρά του ο Λαθούρας.

Και δόστου τα πειράγματα, άσπρο πάτο, να πεθάνει ο χάρος και άλλα τέτοια.

Και νάσου μετά τα κεράσματα. Τη μια ο Κλανιάς, την άλλη ο Τσακαντάς, τη τρίτη ο Μπακέλος. Κι έχαναν λίγο λίγο τα μάτια του Βρόντου τη γυαλάδα τους, κουρκούτι γινόταν το λογικό του, και άντε μετά να τον σταματήσεις.

«Και δε μου λες ορέ Μέντη, μπας κι ο Βενιζέλος είχε κάμει κατά και γάμησε τη μάνα σου»;

«Όχι ρε Βρόντο ο πατέρας μου έκανε χωροφύλακας στη Κρήτη και κουτούπωσε τη δικιά του».

«Ρε είδατε μια ‘κκλησιά, που χτίζει ο παπάς στο καρόδρομο. Ένα καινούργιο Άγιο, να δεις πως τονε λένε, α θυμήθηκα, Άγιο Νεχτάριο. Ρε αυτός είναι Άγιος με έρδε, συμπλήρωνε ο Λαθουράς, που κάτι έπρεπε να πει κι αυτός.

«Βγάλε το σκασμό αντίχριστε, θα ρίξει ο Θεός αστροπελέκι να μας κάψει».

Η ώρα περνούσε αλλά η παρέα δεν το 'βαζε κάτω.

«Πάρε καρέκλα αφεντικό, έχει νύχτα 'κόμα. Βάλε μία σκα 'πο το πρώτο, όχι κείνο το ξυδιά, που το 'χεις για ξόδεμα και φέρε το ποτίρι σου να δροσιστείς».

Έριχνε τη σκούπα ο Πλήξος στο πάτωμα, σημάδι πως το μαγαζί κατεβάζει ρολά, αλλά η παρέα μερακλωμένη ακουμπούσε στις χορδές του μπουζουκιού όλο το καημό της.

Δυο φιλιά σου κι ένα χάδι

ένα πικραμένο βράδυ

μου τάραξαν της ψυχής μου τη γαλήνη.

Παραδόθηκα σε σένα, δε λογάριασα κανένα

είπα τώρα ότι θέλει ας γίνει.

Συ μου χάραξες πορεία

εσύ γλυκειά, εσύ γλυκειά μου αμαρτία.

Μάταια έσβυνε τη λάμπα της ασετιλίνης ο ταλαίπωρος μαγαζάτορας. Ο καημός της ψυχής των φίλων ήταν μεγάλος. Μαζεμένος χρόνια τώρα δεν άκουγε τη λογική του μυαλού.

Συ μου χάραξες πορεία,

συ κακού, συ καγούργα κοινωνία.

Και χτυπούσαν δυνατά τα πόδια στο πάτωμα στο ρυθμό του τραγουδιού, τόσο, που έτριζαν τα γυαλικά στα ράφια.

Ξεχύνονταν έπειτα στους δρόμους και τα σοκάκια κι έφτανε η μελωδία ψηλά στα μπαλκόνια και τα παράθυρα, τα γεράνια και τις κληματαριές, ακουμπούσε στα σύννεφα κι ακόμα πιο ψηλά στα ουράνια, να κάνει παρέα με τους αγγέλους...

 
< Προηγ.   Επόμ. >