Ένας αιώνας μνήμες*

Ένας αιώνας μνήμες*

 

 του Τάσου Μπουλή *

 

 Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του ακούραστου δασκάλου της Οκτωνιάς ...

 

Η μαθητική ζωή των θρανίων τελείωσε. Είμαι 22 χρονών νέος τώρα, μ’ ένα δίπλωμα στα χέρια μου και πρέπει να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στην κοινωνία, να μορφώσω τα παιδιά ενός οποιουδήποτε χωριού, όπου θα τοποθετηθώ. Ένα δύσκολο έργο βέβαια, που θέλει μεγάλη προσοχή, αλλά και μεγάλη εκπαιδευτική κατάρτιση, ικανή και μεγάλη μόρφωση. Πρώτα διορίστηκα στα Στύρα, για έξι μήνες ως αναπληρωτής ενός άλλου συναδέλφου, που μετεκπαιδευόταν.

Ο μακάριος Δημήτριος Κρόκος, ήταν ο πιο κατάλληλος συνοδός μου, γιατί αυτός ήξερε τα κατατόπια, σαν αγωγιάτης των αδελφών Παπαβασιλείου, όταν πρωτοϋπηρέτησαν και αυτοί εκεί. Τ’ αλογομούλαρα τότε ήταν τα πιο καλά μεταφορικά μέσα. Πήρα μαζί μου ότι ήταν μπορετό, ιδίως κλινοσκεπάσματα και μερικά βοηθητικά βιβλία και αναχωρήσαμε με το μακάριο το Δημήτρη στις 4 το πρωί μιας μέρας του Γενάρη του 1930. Μοιάζαμε σαν τους φελάχους της ερήμου. Από τα Λέμπουρα και κει έμπαινα σε Αλβανόφωνο και ξενικό για μένα χώρο. Ξημερωθήκαμε στην περιοχή του Δύστου, τη μεγάλη τότε λίμνη με τα πολλά νερά και τα πολλά καλάμια. Χειμώνας και με πηρούνιαζε το κρύο. Όπως ήμουνα καβάλα πάγωσα και τότε θυμούμαι έκανα βάρδια στον μπαρμπα-Μήτσο, να περπατήσω λίγο, να ζεσταθώ. Η προσοχή μεγάλη κι εντατική. Γυρόφερνα τα μάτια μου δεξιά και αριστερά χωρίς ν’ αφήνω καμιά γωνιά απαρατήρητη κι ανεξέλεγκτη κι έτσι κουραζόμουν ακόμα περισσότερο. Είναι άλλωστε φυσικό, όταν ταξιδεύεις σ’ άγνωστα και πρωτόγνωρα ξένα μέρη να μην περπατείς αφηρημένος κι αδιάφορος όπως στους γνωστούς σου τόπους, αλλά με μια ψυχική και παρατεταμένη ενέργεια και μεγάλη ξεχωριστή περιέργεια. Να δεξιά μου, ο δρόμος που πηγαίνει για τα Βύρα, αριστερά μου οι εναλασσόμενες ψηλές ραχούλες, οι μεγάλες χαράδρες, τα κοπάδια που έβοσκαν στις πλαγιές των λόφων, που και που χωματοσκέπαστα μαντριά και τόση άλλη καινούργια γνωριμία στη συνέχεια. Ασφαλώς θα πλουτιστεί η ζωή μου σήμερα με ξενόφερτες παραστάσεις και πολλά βιώματα. Φτάσαμε στα Ζάρκα. Το χωριό ήταν κάτω στη ρεματιά με συγκεντρωμένα και πλακοσκέπαστα τα σπίτια και πάνω στ’ αλώνια, στο δρόμο μας, 3-4 φτωχά και αραιά σπιτάκια κι αυτά ήταν καφενεδάκια και καπηλειά. Κουβέντιαζαν αρβανίτικα, που για πρώτη φορά τ’ άκουγα και τρομάξαμε να συνεννοηθούμε. Ήπιαμε το καφεδάκι σ’ ένα καπηλειό και ζεσταθήκαμε θυμούμαι σ’ ένα τζάκι, που είχε μεγάλη φωτιά και ξαναξεκινήσαμε. - Από δω και κάτω, μου λέει ο μπαρμπα-Μήτσος, όλο αρβανίτικα θ’ ακούς και λίγα ελληνικά, πάρτο-απόφαση και μη στεναχωριέσαι. Απελπιστική και πρωτόγνωρη, οπισθοδρομική και πρωτόγονη κατάσταση. Το μουλάρι μας, που για πρώτη φορά διάβαινε κι αυτό, αυτά τ’ άγνωστα μέρη, περπατούσε με μεγάλη προσοχή, με γουρλωμένα τα μάτια κι ορθωμένα τ’ αυτιά και σε δύσκολες κακοτοπιές φυσομανούσε. Ευτυχώς, ήταν ήμερο και υπομονετικό ζώο και σε μέρη μόνο κακοτράχαλα το τραβούσε ο μπαρμπα-Μήτσος, γιατί οι δρόμοι παρ’ όλο ότι συνδέαν μεταξύ τους τα χωριά, ήταν στενωποί και δύσβατοι, σαν κατσικόδρομοι. Δεν σταματήσαμε σ’ άλλο χωριό, γιατί βιαζόμαστε, επειδή και ο καιρός ήταν κρεμασμένος και βουρκωμένος. Τα μαύρα βαριά σύννεφα άγγιζαν απειλητικά τις κορυφές των γύρω λόφων έτοιμα να ξεσπάσουν σε βροχή και τότε, αλίμονό μας. Βιαζόμαστε, γιατί η μέρα μας πέρασε κι άρχισε το σκοτάδι κι ο δρόμος από εδώ και κάτω είναι χειρότερος, μου λέει ο γερο Δημήτρης. Βαδίζαμε σιωπηλοί, αλλά τι να λέγαμε αφού μας τύλιξε το σκοτάδι και μόλις που διακρινόμαστε; Άλλωστε ήμασταν τόσο κουρασμένοι και βιαστικοί. - Ακόμα, μπαρμπα-Μήτσο; - Υπομονή παιδί μου κοντεύουμε, θα τελειώσουν τα βάσανά μας. Σκάντζα κάναμε σ’ όλο το δρόμο σχεδόν και έτσι ήμασταν εξίσου καταβλημένοι και οι δύο. Με την κούραση μικραίνει και ατονεί και η περιέργειά σου, αδιαφορείς και δε δίνεις σημασία για τίποτα. Γίνεσαι άβουλος, ρομπότ, κινείσαι μηχανικά, αδρανούν ακόμα και οι ψυχικοί σου μηχανισμοί λες και υπερπληρώθηκε και κορέστηκε ο οπτικός σου θάλαμος. Αλλά τι να δεις μέσα στο σκοτάδι και σε αυτά τα λίγα μικροχώρια που πρωτογνωρίζαμε, αφού και τα καπηλειά τους φωτίζονταν ακόμα με το λυχνάρι ή και με τη λάμπα πετρελαίου, που το λαμπόγυαλο ήταν κατάμαυρο απ’ την καπνιά; Αυτήν την αμυδρή, πρωτόγονη και φτωχή εικόνα πήραμε διαβαίνοντας απ’ τον Αλμυροπόταμο, τους Ραφταίους, και το Ρεούζι, από μια βιαστική και φευγαλέα ματιά που ρίχναμε απ’ έξω στα καπηλειά τους. Αρχέγονη και πρωτόγονη κατάσταση, οπισθοδρομητικότητα, φτώχεια και κακομοιριά. Επιτέλους φτάσαμε στις 9 το βράδυ, δηλαδή 17 ώρες δρόμο, αγωνία και υπερβολική κόπωση. Ο μπαρμπα-Δημήτρης γνώριζε την κυρά-Σταμάτα, που δεν είχε όμως μέρος, γιατί στο σπίτι της έμενε ο συνάδελφος, Ν. Πόγκας. Μας φιλοξένησε ένας καλός, φιλόξενος και καλόκαρδος νοικοκύρης ο Ν. Δόρμπης. Θυμούμαι που κοιμόμουν ένα εικοσιτετράωρο συνεχώς, - ενώ ο αγωγιάτης μου την επόμενη αναχώρησε - χωρίς να ξυπνήσω ούτε για φαγητό. Ο καλός μου νοικοκύρης ανησύχησε από την κατάστασή μου αυτή και έφερε ένα γιατρό για να με δει, μήπως έχω πάθει τίποτα. Μετά βίας ανοίγοντας τα μάτια, είδα μπροστά μου έναν κοντόχοντρο κύριο, το γιατρό Τάκη Οικονόμου. - Ξύπνα δάσκαλε μου είπε χαμογελώντας. Είμαι γιατρός, μήπως έχεις πάθει τίποτα; - Όχι γιατρέ, σ’ ευχαριστώ. Κουράστηκα τόσο πολύ και δεν μπορώ να συνέλθω, είπα με μισοκλεισμένα και νυσταγμένα ακόμα μάτια. Το πιο ωραίο όμως είναι από τα θρανία, απότομα να πέσεις μέσα σε μια μορφωμένη κοινωνία! Τα Στύρα, η αντίθεση εδώ, ήταν κωμόπολη με μορφωμένο κόσμο. Δημόσιες υπηρεσίες με πολλούς υπαλλήλους. Δυσκολεύτηκα πολύ να προσαρμοστώ, αλλά όπως είδα κατόπιν, ήταν απαραίτητη αυτή η βουτιά μου σ’ αυτή την κοινωνική κολυμπήθρα. Θυμούμαι που ζούσα συγκρατημένος, σιωπηλός και προσεκτικός, να μην πέσω σε καμιά γκάφα. Προσαρμόστηκα όμως πολύ γρήγορα κι έκανα παρέα μ’ όλους τους υπαλλήλους: τον τηλεγραφητή Παύλο Αντωνίου, το γεωπόνο Νιόνιο Μιχαλόπουλο, το γραμματέα Ειρηνοδικείου Πολυχρόνη Παπαπολυχρονίου και το δικηγόρο Γιάννη Οικονόμου κ.τ.λ. Το διάστημα αυτό όμως ήταν σύντομο και ο συνάδελφος, μου πήρε τη θέση των Στύρων και σαν υπεράριθμος μετατέθηκα στα Ποταμούνια, ένα κοντινό χωριό. Μικρό χωριό με 50 παιδιά αλλά και με μια ιδιαιτερότητα. Οι άνθρωποί του, Αλβανόφωνοι αυτοί, ήταν καλοί και φιλόξενοι. Είχαν όλοι γουρούνες γι’ αναπαραγωγή χοιριδίων και τις είχαν ελεύθερες να γυρίζουν μέσα στο χωριό σαν κοπάδι. Πολλές απ’ αυτές τους συντρόφευαν και στα καφενεία ακόμα, κοπρίζοντας στους δρόμους, στις αυλές τους και σε όλο το χώρο του χωριού. Δυσοσμία αποπνικτική κι ανυπόφορη, έπρεπε να κρατάς τη μύτη σου κλειστή, πράγμα που κι οι ίδιοι οι κάτοικοι το είχαν διαπιστώσει και υπόφεραν, γιατί δεν είχαν άλλους πόρους να ζήσουν. Έπειτα η ονομασία του χωριού, που ντρεπόμουν να την πω, γιατί προκαλούσε το γέλωτα και ο καθένας καταλάβαινε, ότι εκεί υπήρχαν πολλά και χορταστικά γυναικεία είδη και για τούτο με θεωρούσε προνομιούχο. Αναγκάστηκα να λέω το χωριό Ποταμόνια γιατί έτσι λεγόταν πρώτα. Ποταμόνια και μετατράπηκε σε Ποταμούνια. Τα χοιρίδια τ’ αγόραζαν Αγιωργίτες πατριώτες μου, ο Κώστας ο Μπούρικας, ο Στέλιος ο Τσάλας και άλλοι πολλοί και μάλιστα πολύ ακριβά. Τα οικονομούσαν πολύ καλά κι άνετα οι Ποταμουνιώτες γι’ αυτό υπόφεραν τη δυσοσμία. Υποχρέωσα τους μαθητές να καθαρίζουν τις αυλές και τους δρόμους κι απείλησα τους κατοίκους ότι θα φύγω, αν δεν περιορίσουν τα χοιρινά και δεν τα καθαρίσουν. Είδα κι έπαθα να τους καταφέρω να συμμορφωθούν κι έτσι η ζωή ήταν πιο υποφερτή. Οι χωρικοί ήταν αγράμματοι κι όλοι εμείς οι δάσκαλοι σ’ αυτά τα οπισθοδρομικά χωριά, γινόμασταν κι αναμορφωτές της κοινωνίας. Τα κορίτσια τους, μετά το δημοτικό τα έστελναν υπηρέτριες στην Αθήνα και κει μορφωνόντουσαν κι όταν γύριζαν ήταν οι καλύτερες νοικοκυρές. Ο καλύτερος σύντροφός μου ήταν ο παπάς του χωριού, που ήταν και αυτός πατριώτης από τους Ανδρονιάνους. Τότε, με τα ρακοκάζανα, έβγαζαν με απόσταξη ρακί από τα στέφυλα. Δίπλα στο καζάνι μαζεύονταν οι χωρικοί κι έπιναν, δωρεάν βέβαια, μαζί και ο παπάς. Με υποδέχτηκαν λοιπόν με το ρακί, που έτρεχε από το καζάνι άφθονο και δυνατό. Ήμουν άμαθος και με τις πρώτες δόσεις μέθυσα, όπως και οι άλλοι χωρικοί. Θεώρησαν έτσι αιτία τον παπά, για το άγριο μεθύσι μου και γι’ αυτό τον άρπαξα από τα γένεια. Ευτυχώς έμεινε ακίνητος, αλλιώς κακώς θα ξεμπερδεύαμε. Αυτό έφτασε και στο Δεσπότη και τον κάλεσε σε απολογία. Με την μαρτυρία μου όμως τον έσωσα και δεν τιμωρήθηκε. Επειδή ήταν αυτός κυνηγός θέλησε να με κάνει και μένα, γι’ αυτό φρόντισε να με προμηθέψει ένα όπλο. Ερευνήσαμε μια ρεματιά, για μπεκάτσες, οι μισοί από τη μια πλευρά και οι μισοί απ’ την άλλη και κατά διαόλου σύμπτωση η μπεκάτσα ήρθε σε μένα και της έριξα, αλλά τα σκάγια βρήκαν στο καμελάφι τον παπά, που ήταν απέναντι. «Θα με σκοτώσεις ρε, σταμάτα», άκουσα μια απεγνωσμένη φωνή! Δεύτερη μέρα για κυνήγι μ’ άλλους χωρικούς, μαζί και ο παπάς. Βαδίζαμε σε φάλαγγα κατ’ άνδρα κι όπως κρατούσα το όπλο στο δεξί μου χέρι, παραδόξως πυρσοκρότησε και τα σκάγια πέρασαν ξυστά στα πόδια του προπορευομένου μου. Πέταξα το όπλο κι ούτε το ξανάπιασα στη ζωή μου εκτός από τον αλβανικό πόλεμο. Εκεί στην ερημιά του χωριού, ευχαριστήθηκα διάβασμα. Γράφτηκα σε εφημερίδες που έδιναν τότε και βιβλία και στρώθηκα στη μελέτη. Ωφελήθηκα πολύ και μπορούσα να συζητάω ελεύθερα με τον καθένα με κρίσεις και επικρίσεις. Λύθηκε η γλώσσα μου. Τα χωριά αυτά διατηρούσαν τα παλιά πανηγύρια με τις ζυγιές τα βιολιά σ’ όλα τα καπηλειά και με συγκεντρώσεις πολλών χωρικών από τα γύρω χωριά. Εκεί υπήρχαν οι καλύτεροι οργανοπαίκτες της Ελλάδας: οι Μεϊντάνηδες, ο Δρακογιάννης, ο Σαλβάρης και τόσοι άλλοι. Γλέντια λοιπόν τρικούβερτα με τους υπαλλήλους των Στυρων και τους δασκάλους των άλλων χωριών: το Μανώλη Αθανασίου, που έγινε παπάς κατόπιν, δάσκαλο Κουβελών, Νίκο Κουντούρη, Βύρας και Θανάση Τσόκα, Ρεουζίου. Είχαμε μεγάλες γνωριμίες με τον κομματάρχη του τότε Λαϊκού Κόμματος. Εγώ ήμουνα φανατικός οπαδός του Βενιζέλου, που τον θεωρούσα πολύ προοδευτικό πολιτικό. Συγκοινωνία με την Αθήνα υπήρχε τότε με καϊκια από τα Νέα Στύρα προς Ραφήνα. Πολύ δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι. Ταξιδέψαμε μαζί με τον κομματάρχη και με παρακάλεσε να πάμε συντροφιά, στον τότε βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος, για να του μιλήσουμε για την εγκατάσταση ενός τηλεφώνου στο χωριό. Δεν του το αρνήθηκα. Μας υποδέχτηκε με χαρά και φιλοφρονήσεις και ανταλλάξαμε τις συνηθισμένες φρασεολογίες της πρώτης γνωριμίας. Ασφαλώς με θεώρησε για ομοϊδεάτη του και μόλις συστηθήκαμε μου είπε στα ίσα. «Κοίταξε μην ανοίξεις στους αρβανίτες τα μάτια, γιατί άμα ξυπνήσουν αυτοί, εμείς θα χαθούμε». Λες και πάτησε κανένα ηλεκτρικό κουμπί. Νευρίασα, αναστατώθηκα, έχασα την ισορροπία μου. - Έχουν δίκιο, είπα μέσα μου, που λένε δεν θέλουν να ξυπνήσει ο λαός! Μάνιωσα πραγματικά και παρ’ ολίγο να του πω: «Θα τους μάθω όχι μόνον γράμματα, αλλά και ντουφέκια να πάρουν εναντίον σας». Κυριάρχησε όμως η λογική μέσα μου και κρατήθηκα, γιατί αμέσως θα μου κολλούσε την ρετσινιά του κομμουνιστή, που ήταν της εποχής τότε, και τελείωνε εκεί η σταδιοδρομία μου. Από εκείνη τη στιγμή όμως έκαμα όρκο και πήρα μια μεγάλη απόφαση: Να μάθω τα παιδιά γράμματα και όπου να βρεθώ να ξυπνήσω τον κοσμάκη, που κοιμάται τόσο μακάρια. Ικανοποίησε γρήγορα το αίτημά μας κι έτσι όλοι εμείς οι απομονωμένοι δάσκαλοι σ’ αυτά τα απομακρυσμένα χωριά κουβεντιάζαμε και καλαμπουρίζαμε στις ώρες της ανάπαυσης, γιατί τα τηλέφωνα ήταν όλα στα σχολεία. Γίνηκε έτσι πιο υποφερτή η ζωή μας. Οι κάτοικοι ήταν ενωμένοι και πρόθυμοι για έργα, γι’ αυτό φρόντισα και φτιάξαμε σχολείο, που είναι σήμερα ερείπιο, γιατί δεν έχει το χωριό παιδιά. Ήταν πολύ δύσκολη δουλειά τότε, γιατί δεν υπήρχαν τα τσιμέντα και αναγκάστηκαν με προσωπική εργασία να βγάλουν πέτρα από νταμάρια, να τη μεταφέρουν με τα ζώα τους, και να κάψουν καμίνι γι’ ασβέστη. Όλες αυτές τις εργασίες τις έκαναν με μεγάλη προθυμία και μονόγνωμοι. Έπειτα, σαν γραμματέας της Κοινότητας, φρόντισα και για την αλλαγή της ονομασίας του χωριού. Με απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου το ονομάσαμε Πολυπόταμο που ακούγεται μέχρι σήμερα, η δε λέξη Ποταμούνια έσβησε τελείως. Εργαζόμουν πολύ κι οι κάτοικοι εκτίμησαν, την προσπάθειά μου αυτή, να μάθω τα παιδιά τους γράμματα. Έδειχναν παντοιοτρόπως την εκτίμηση και την συμπάθειά τους στο πρόσωπό μου. Δεν θα ξεχάσω τη φιλοξενία τους και την προθυμία τους να μ’ εξυπηρετούν. Είχαν συνεννοηθεί - χωρίς εγώ να το ξέρω - κάθε βράδυ να με παίρνει καθένας γονιός του μαθητή και να με φιλοξενεί. Διατηρήθηκε πολύ καιρό αυτή η συνήθεια, αλλά μόνος μου παραιτήθηκα, γιατί ντρεπόμουν να μπαινοβγαίνω στα σπίτια τους. Πάλι όμως δε μ’ άφηναν. Ενθυμούμαι ότι τα ράφια του δωματίου μου ήταν γεμάτα ψωμιά, τυριά και προπαντός λουκάνικα και μπορούσα να ζήσω μια δεκαμελή οικογένεια. Τους εκτιμούσα και τους εκτιμώ μέχρι σήμερα και πολλές φορές αναπολώ στην μνήμη μου το χωριό τους. Η μακρινή απόσταση και η δύσκολη συγκοινωνία, αλλά και οι υποχρεώσεις μου οι οικογενειακές, να βοηθήσω τους γονείς μου στην αποκατάσταση των κοριτσιών μας, με εξανάγκασαν να ζητήσω μετάθεση σε πλησιέστερο χωριό.