ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Η Παρασκευή του ψωμιού στη Στενή Ευβοίας

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΚΟΣ

 

Το ψωμί είναι ένα απ΄ τα βασικότερα είδη διατροφής. «Όλα είναι φάδια της κοιλιάς και το ψωμί στημόνι» λέει η λαϊκή παροιμία, τονίζοντας έτσι την ξεχωριστή θέση που έχει το ψωμί, αλλά και τα αρτοσκευάσματα γενικώς στη ζωή του ανθρώπου, σ΄ ότι αφορά τη διατροφή του, αλλά και το συμβολισμό του στην Ελληνική παραδοσιακή κοινότητα. Η σπουδαιότητα του άρτου ως βασικού, από παλιά, μέσου της διατροφής του λαού και η ανεπαρκής στους Ελληνικούς τόπους παραγωγή δημητριακών (σιταριού, κριθαριού κ.λ.π.) για τις ανάγκες του, συνετέλεσαν, ώστε από την κοινωνία ήδη του Ομήρου, να έχει αποβεί ιερός. Η ιδέα της ιερότητας του σιταριού διατηρήθηκε ζωηρή και κατά τους κατόπιν αιώνες, ώστε να περιληφθεί και υπό της εκκλησίας στην Κυριακή Προσευχή ως αίτημα παρακλήσεως προς το Θεό υπέρ του επιουσίου άρτου. «Δως ημίν σήμερον, τον άρτον ημών τον επιούσιον……..». Θεωρείται αμαρτία, αν από το τραπέζι του φαγητού πέσει στο έδαφος έστω και μια μικρή ψίχα ψωμιού και από απροσεξία την πατήσουμε. Όρκοι προφέρονται για επιβεβαίωση κάποιου γεγονότος «στο ψωμί των παιδιών μου». Για δεσμούς φιλίας «μα το ψωμί που φάγαμε» ή «φάγαμε ψωμί κι αλάτι μαζί».

Διαβάστε περισσότερα...
 
Τα νυχτέρια στη Στενή

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΥΤΑΚΗΣ 

 

Η ανάγκη για κοινωνική συναναστροφή των γυναικών, και η έλλειψη χρόνου την ημέρα λόγω των αγροτικών εργασιών δημιούργησαν τα νυχτέρια. Απαραίτητα ειδικά τον χειμώνα που οι νύχτες είναι ατέλειωτες. Στα νυχτέρια φτιάχνονταν οι προίκες.
Με τα πρώτα κρύα του χειμώνα, άλλαζε και η κοινωνική ζωή των γυναικών. Τον χειμώνα μαζεύονταν στα σπίτια δίπλα στο τζάκι. Οι γυναίκες έκαναν παρέα, μάθαιναν τα νέα και συγχρόνως κουβάλαγαν μαζί και τη ρόκα ή το κέντημά τους. Δύο βραδιές την εβδομάδα ήταν αυτές που οι γυναίκες δεν έκαναν καμιά δουλειά παρά μόνο παρέα. Η Τετραδοσχολούσα και η Παρασκευοσχολούσα. Μετά το δείλι της Τρίτης και της Πέμπτης σταμάταγε κάθε δουλειά. Οι γυναίκες άφηναν στην άκρη το πλεχτό τους, το αδράχτι κ.λ.π. Η πιο ισχυρή ίσως πρόληψη της Στενής. Κάποτε
ο Μπεληγιάννης (Κούτσουνος) ήταν στο λόγγο. Ξαφνικά ξεκινάει μια απότομη κακοκαιρία. Ο Κούτσουνος πρόλαβε να κρυφτεί σε μια κουφάλα καστανιάς. Έξαφνα παρουσιάζεται μπροστά του μια μαυροφόρα που παρά την κακοκαιρία ήταν πολύ ήρεμη: «Ξέρεις γιατί την γλίτωσες»; του είπε, και απάντησε μόνη της, «επειδή δεν έχεις πάνω σου ούτε μια κλωστή Τετραδοσχολούσα και Παρασκευοσχολούσα».

Διαβάστε περισσότερα...
 
Το ξεχειμώνιασμα στη Στενή

Του   Γιάννη Γιαννούκου

Στο χωριό μας, τη Στενή, αλλά και σε όλα τα απομονωμένα χωριά, όπως φαντάζομαι, που ήταν μακριά από αστικά κέντρα, αλλά κυρίως τα ορεινά, που οι καιρικές συνθήκες ήταν ικανές να τα απομονώσουν για εβδομάδες και για μήνες ίσως, ειδικά όταν το χιόνι ήταν πολύ και σηκωνότανε «μπόια» όπως έλεγαν οι γονείς και οι παππούδες μας και παράλληλα με την έλλειψη τακτικής συγκοινωνίας, την ανυπαρξία δρόμων ή τηλεφώνου ή τέλος πάντων οποιουδήποτε επικοινωνιακού μέσου, αλλά και η οικονομική ανέχεια, δεδομένου ότι οι κάτοικοι εργαζόντουσαν
με τη γη και έβγαζαν το γέννημα της χρονιάς, ενώ οι λίγες ανταλλαγές, όταν γίνονταν, ήταν σε είδος.
Δεν «κυκλοφορούσε» το χρήμα όπως θα λέγαμε σήμερα, ώστε να κάνουν τις προμήθειες τους που θα τους επέτρεπαν να περάσουν έναν βαρύ χειμώνα και να επιβιώσουν.
Έκαναν λοιπόν το κουμάντο τους την Άνοιξη, το Καλοκαίρι και το Φθινόπωρο, μέχρι να πιάσουν τα πρώτα τσουχτερά κρύα.
Τρόφιμα, ρούχα, καυσόξυλα, ζωοτροφές, σαπούνι, κ.λ.π. όλα παρασκευασμένα από τη δική τους δουλειά και βγαλμένα από τα δικά τους προϊόντα.

Διαβάστε περισσότερα...
 
ΤΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΤΣΟΠΑΝΗΔΩΝ

ΤΑ ΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΤΣΟΠΑΝΗΔΩΝ

                                          Γ.ΓΙΑΝΝΟΥΚΟΣ



Τα σκεύη των τσοπάνηδων δεν είναι πολλά. Μικρά καθώς είναι τα περισσότερα, μπορούν να μεταφέρονται εύκολα στις συχνές μετακινήσεις τους. Αναφέρουμε τα σπουδαιότερα.

Καρδάρες: Είναι συνήθως δύο, ξύλινες και κάπως φαρδιές, ζωσμένες με λαμαρινένια στεφάνια και ημικυκλικό σιδερένιο χερούλι. Τις χρησιμοποιούν για να πιάνουν το γάλα στο άρμεγμα.

Βεδούρες: Ξύλινες κι αυτές, σαν την καρδάρα περίπου, που σ' αυτές πήζουν και το γιαούρτι μερικές φορές.

Τρίφτης: Ξύλινο, μακρύ και λίγο πλακερό ξύλο, με χέρι απ' το ίδιο, γυριστό σαν ραβδί. Ανακατεύουν μ' αυτό το γάλα όταν βράζει.

Καδί: Ξύλινο, πολύ στενό και ψηλό σκεύος που ρίχνουν το γάλα για να το χτυπήσουν με τον κόφτη προκειμένου να βγει το βούτυρο.

Κόφτης: Μακρύ ξύλο που στο κάτω μέρος έχει ξύλινο τρυπητό δίσκο που χτυπάει το γάλα.

Τσαντίλες: Μάλλινα υφάσματα, φτιαγμένα κατάλληλα για να στραγγίζουν το τυρί τη μυζήθρα και το ξυνοτύρι. Επίσης για να στραγγίζουν το γιαούρτι προκειμένου να γίνει πιο πηχτό (γιαούρτη τσαντίλας). Σήμερα τα τσαντίλια είναι συνήθως βαμβακερά.

Κούτλας: Ξύλινο κατσαρόλι με μακρύ χέρι στα πλάγια, που το χρησιμοποιούσαν για να μετρούν το γάλα και να πίνουν νερό.

Κεψές: Μεταλλικό τρυπητό, με μακρύ χέρι για να βγάζουν τη μυζήθρα από το κακάβι που βράζει το τυρόγαλο.

Κακάβι, τέντζερης, μπακράκι: Χάλκινα δοχεία διαφόρων μεγεθών, που τα χρησιμοποιούσαν για το βράσιμο του γάλατος κ.λ.π.

Κάδες: Ξύλινα δοχεία με κινούμενο σκέπασμα για να βάζουν το τυρί.

Δερμάτια: Τουλούμια που έβαζαν το τυρί και το ξυνοτύρι από κατσικίσιο δέρμα.

Βιτσέλα: Μικρά ξύλινα δοχεία, σαν μικροσκοπικά βαρελάκια με χερούλι από σκοινί για να κρεμιέται στο ζώο ή στα δέντρα. Σ' αυτό έβαζαν νερό για να πίνουν τις ατέλειωτες ώρες που βοσκούσαν τα πρόβατα.

Γκλίτσα: Απαραίτητη, κυρίως για τους προβαταραίους. Την είχαν για να ξεκουράζονται και να πιάνουν τα πρόβατα απ' το πόδι. Είναι συνήθως σκαλιστή.

Ραβδί: Απαραίτητο για τους γιδαραίους. Πολύ μακρύ, ξεπερνάει το ύψος του ανθρώπου και στην άκρη του δημιουργεί καμπύλη από το ίδιο ξύλο. Μ' αυτό πιάνουν τα γίδια απ' το λαιμό ή το πόδι όταν προσπαθούν να απομακρυνθούν.

- Τόσο σ' αυτό, όσο και στη γκλίτσα, στηρίζονται οι τσοπάνηδες, πηδώντας τους βράχους και τα πουρνάρια, το περνούν στο σβέρκο και κρεμούν στις άκρες του τα χέρια τους, όταν βαδίζουν στα ισάδια ή γέρνουν και στηρίζουν το σώμα τους ακουμπώντας στο ραβδί ή στη γκλίτσα κάτω απ' τη μασχάλη τους, όταν αγναντεύουν το κοπάδι τους που βοσκάει.

Απαραίτητα στο μαντρί, όταν υπήρχαν νεογέννητα ήταν η μελούτη και το κουβέλι για να κοιμούνται να βρέφη, ενώ στη μελούτη έβαζαν το παιδί όταν η μητέρα έπρεπε να βγει έξω από το μαντρί για διάφορες δουλειές, για να μπορεί να το κουβαλάει στους ώμους της.

Αλλα αντικείμενα ήταν τα ταγάρια, και περιστασιακά τα ειδικά λανάρια με τα οποία ξεχώριζαν και λανάριζαν το μαλλί εκείνο με το οποίο γινόταν το στημόνι για τη κατασκευή της πατατούκας, το τράγιο (τράιου),που ήταν κλινοστρωμνή από τραγίσιο μαλλί, σκληρό, βαρύ και πολύ ανθεκτικό κ.α.

- Κυριότερος εχθρός των προβάτων στην περιοχή μας, μιας και δεν υπήρχαν τσακάλια και λύκοι, ήταν τα όρνια, τα οποία παραμόνευαν και ορμούσαν στα πρόβατα που έβρισκαν μόνα τους

Η παρασκευή των γαλακτοκομικών προϊόντων

Βούτυρο: Πρώτα σουρώνουν το γάλα με ένα πανί για να φύγουν οι διάφορες ακαθαρσίες, τρίχες κ.λ.π. που πιθανόν να έπεσαν μέσα στο γάλα. Το βάζουν στο κακάβι και του ρίχνουν τη μαγιά. Τότε το γάλα αρχίζει να γίνεται πιο πηχτό και στη συνέχεια το ρίχνουνε στο καδί και αρχίζουν να το χτυπάνε με τον κόφτη, περίπου 500 χτυπήματα συνεχώς και με δύναμη. Όταν αρχίζουν να γίνονται τα πρώτα «χουρμπούλια» σταματάει λίγο το χτύπημα, ρίχνουν λίγο νερό και ξαναρχίζουν. Αυτό γίνεται αρκετές φορές και όταν σχηματιστεί το βούτυρο υπολογίζεται ότι πρέπει να έχει χτυπηθεί πάνω από 1.000 φορές. Το βούτυρο μένει από πάνω και όταν το μαζεύουμε μένει από κάτω το ξινόγαλο.

Εδώ πρέπει να πούμε ότι στους περισσότερους κτηνοτρόφους οι ποσότητες γάλατος δεν ήταν μεγάλες και έτσι υπήρχε ένα διάστημα 10-15 ημερών που έβγαζαν μόνο βούτυρο και άλλα διαστήματα που έβγαζαν το τυρί. Όταν λοιπόν ήταν η περίοδος που έπρεπε να βγάλουν βούτυρο, έβαζαν την πρώτη μέρα μαγιά από γιαούρτι (περίπου ένας κεσές). Όταν το γάλα έπηζε λίγο όπως είπαμε προηγουμένως μάζευαν λίγο και το χρησιμοποιούσαν για μαγιά την επόμενη μέρα.

Ξινοτύρι: Το ξινόγαλο που έμενε μετά την παρασκευή του βουτύρου, το έβαζαν στο καζάνι και του έβαζαν φωτιά, όχι για να βράσει, αλλά να ζεσταθεί καλά και το ανακάτευαν. Όταν αρχίζει να ξεχωρίζει το ξινοτύρι, το μαζεύουνε με τον κεψέ και το βάζουν σε τσαντίλια για να στραγγίσει. Το δε υπόλοιπο υγρό που μένει (ο καψάς) το χύνουν ή πίνουν και τα ζώα μερικές φορές.., κυρίως τα γουρούνια.

Τυρί: Πρώτα σούρωναν το γάλα και το έριχναν στο καζάνι (κακάβι). Το γάλα έπρεπε να είναι λίγο χλιαρό. Έριχναν μέσα την πυτιά η οποία ήταν ένζυμο από το στομάχι κατσικιού ή αρνιού γάλακτος. Σε μία περίπου ώρα έχει πήξει και τότε το ρίχνουν στα τσαντίλια για να στραγγίσει. Τα υγρά που πέφτουν από το στράγγισμα είναι το τυρόγαλο (τρόγαλο)

Μυζήθρα: Το «τρόγαλο» το βάζουμε στο καζάνι και το βράζουμε. Κατά τη διάρκεια δε του βρασίματος δημιουργούνται πήγματα τα οποία τα μαζεύουν με τον κεψέ και τα βάζουν σε τσαντίλια για να στραγγίσουν και αφού φύγουν τα υγρά (καψάς) μένει η μυζήθρα.

Γιαούρτι: Για να γίνει το γιαούρτι, πρώτα έπρεπε να βράσει το γάλα. Ύστερα το αφήνουν να κρυώσει, αλλά όχι πολύ. Επειδή τότε δεν είχαν θερμόμετρα για να υπολογίσουν τη θερμοκρασία, έβαζαν το δάχτυλο μέσα στο γάλα και μετρούσαν. Αν το δάχτυλο άντεχε μέσα στο γάλα μέχρι να μετρήσουν έως το 25 ή 30 τότε το γάλα ήταν έτοιμο για πήξιμο. Για το κατσικίσιο γάλα θα έπρεπε να ήταν λίγο πιο ζεστό, δηλαδή το δάχτυλο να άντεχε να παραμείνει μέσα στο γάλα μέχρι να μετρήσουν έως 20 ή 25. Μετά έριχναν μέσα τη μαγιά, το τοποθετούσαν σε διάφορα δοχεία, το σκέπαζαν για να διατηρεί μια συγκεκριμένη θερμοκρασία και σε λίγες ώρες το γιαούρτι ήταν έτοιμο.
 

 
ΧΕΙΡΟΜΥΛΟΣ

                                                                                                                          ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΚΟΣ

Μικρός χειροκίνητος μύλος, που τον είχαν οι περισσότερες οικογένειες στα σπίτια τους. Αποτελείταν από δύο στρογγυλές επίπεδες πέτρες, η μία πάνω στην άλλη. Η κάτω πέτρα είχε στη μέση ένα σίδερο και στο από πάνω μέρος της είχε γρέζια. Η πάνω πέτρα είχε μία τρύπα στη μέση, από την οποία περνούσε το σίδερο της κάτω πέτρας, ενώ στην άκρη της είχε μια ξύλινη χειρολαβή την οποία κρατούσε η νοικοκυρά για να την φέρνει γύρω- γύρω και να αλέθει τα διάφορα όσπρια που χρειαζόταν. Η πάνω πέτρα είχε τα γρέζια στην κάτω της μεριά. Είναι φανερό πως οι ποσότητες που άλεθαν ήταν μικρές και απαιτείτο πολύς χρόνος και κόπος.

Διαβάστε περισσότερα...
 
<< Αρχική < Προηγ. 1 2 3 4 5 6 7 8 Επόμ. > Τελευταία >>

Αποτελέσματα 1 - 9 από 66